Η Ιθάκη κηρύσσει τον πόλεμο στο ταξίδι

Του Ανδρέα Ι. Κασσέτα

Άνθρωποι, νέοι, μαθητές

carpediemΣτο ένα στρατόπεδο οι καθηγητές των λυκείων, στο απέναντι οι επαγγελματίες φροντιστές. Διεκδικούμενη «χώρα» εκείνη των «ονείρων» των χιλιάδων ανθρώπων τους οποίους επιμένουμε να χαρακτηρίζουμε υποψήφιους ξεχνώντας την ιεράρχηση. Είναι πριν απ΄ όλα άνθρωποι στη συνέχεια νέοι, έπεται το μαθητές και το υποψήφιοι – ως μία ακόμα ιδιότητα – ακολουθεί. Και, για έναν άνθρωπο δεκαεπτά ετών, το να μπει στο Πανεπιστήμιο συνιστά «όνειρο». Ίσως, στα χρόνια που θα έλθουν, αναγνωρίσει ότι το «όνειρο» είχε και ευκρινή εισαγωγικά αλλά τώρα είναι ετών δεκαεπτά και η επιδίωξη σχετίζεται με την επιβεβαίωσή του, αποτελεί ένα είδος απόδειξης για το ανθρώπινο μέγεθός του αλλά και ένα πρώτο πέρασμα που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στη στενή πύλη μιας σταδιοδρομίας μελλοντικής. Κυρίαρχο ερώτημα το «Παροχή Παιδείας ή Προπόνηση για επικείμενες εξετάσεις;»  

Η Ιθάκη και το ταξίδι
Ο ένας του λέει: Για να τα καταφέρεις θα χρειαστεί να σε διδάξω ορισμένες τεχνικές. Πρέπει να σε πείσω να αδιαφορείς για τα άχρηστα και τις «γνώσεις για εξετάσεις» να τις χρησιμοποιείς μόνο για τον τελικό σκοπό. Από αυτά που σας προσφέρονται στο σχολείο τα περισσότερα είναι άχρηστα γιατί δεν οδηγούν εκεί. Θα διαβάζεις λοιπόν μόνο αυτά που σου χρειάζονται. Θα προχωράς με κατεύθυνση το να μπεις στο Πανεπιστήμιο, το να πάρεις λίγες μονάδες παραπάνω από κάποιον άλλο που θα μπορούσε να σου πάρει τη θέση.

O άλλος του λέει: Να φθάσεις στην Ιθάκη αλλά χωρίς να υποτιμάς την τεράστια σημασία του ταξιδιού. Είναι αυτό που θα σε βοηθήσει να οικοδομήσεις την προσωπικότητά σου, αυτό που θα σε πείσει ότι η κυρίαρχη λογική της κοινωνίας σου δεν είναι μια Αλήθεια αμετακίνητη και μοναδική. Αυτό που πρέπει να καταφέρεις είναι να αφήσεις ελεύθερα τα στοιχεία του ποιητή, τον καλλιτέχνη και τον επιστήμονα που σίγουρα υπάρχουν μέσα σου. Αλλά για να το καταφέρεις πρέπει να αγαπήσεις το ταξίδι, και πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστηση με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους .

Δύο λογικές σε αντιπαράθεση

Το ζήτημα εμφανίζεται αρκετά πολύπλοκο αν το φωτίσουμε με δύο δεδομένα. Σύμφωνα με το πρώτο από αυτά πολλοί από τους καθηγητές των Λυκείων κατά τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων στη σχολική αίθουσα καταφεύγουν σε πρακτικές φροντιστηριακής λογικής. Το δεύτερο είναι ότι ορισμένοι από τους φροντιστές επινοούν διδακτικές πρακτικές που βοηθούν τους μαθητές στο να κατανοήσουν τα σχετικά γνωστικά αντικείμενα. Για πολλούς από τους μαθητές τους θεωρούνται καλοί δάσκαλοι. Πρόκειται δηλαδή περισσότερο για μία σύγκρουση δύο αντιδιαμετρικών λογικών και λιγότερο για μία αντιπαράθεση των ανθρώπων-εκπαιδευτικών του σχολείου με τους εξ επαγγέλματος φροντιστές.

Με αμοιβαίο σεβασμό
Προηγήθηκαν αρκετές δεκαετίες αντιπαράθεσης η οποία όμως χαρακτηριζόταν από έναν αμοιβαίο σεβασμό στην αποδοχή των διαφορετικών ρόλων. Και δεν ήταν λίγοι οι εξ επαγγέλματος φροντιστές οι οποίοι αναγνωρίστηκαν από τους μαθητές τους ως εξαιρετικοί δάσκαλοι. Για αρκετούς από αυτούς – για λόγους κοινωνικοπολιτικούς- ήταν απαγορευτικό το να διδάξουν στη θεσμοθετημένη εκπαίδευση, ενώ για άλλους ήταν μία περισσότερο συμφέρουσα επιλογή.

Τα ίδια εκείνα χρόνια δεν ήταν καθόλου λίγοι οι καθηγητές των σχολείων οι οποίοι θαυματουργούσαν στο δικό τους όμως Μικρόκοσμο της Δραπετσώνας, της Κυψέλης, της Μυτιλήνης και της Καλαμαριάς. Η διαφορά ήταν ότι η αναγνώρισή τους περιοριζόταν εντός των συνόρων του μεμονωμένου σχολείου ή έστω της ευρύτερης γειτονιά.

Δεκαετία του 80.
Η εποχή της μεταπολίτευσης συνδέεται με σοβαρές αλλαγές στις αντιλήψεις για τον ρόλο του εκπαιδευτικού στη λειτουργία του σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί του σχολείου «κεφαλαιοποιούν» τις – καταγόμενες από τον γαλλικό Μάη – αντιλήψεις για μια αχειραγώγητη εκπαίδευση και μέσα στο κλίμα της δεκαετίας του 80 αποκτούν μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Βασικός κριτής για την ποιότητα της προσφοράς κάθε εκπαιδευτικού γίνεται η προσωπική του συνείδηση.

Οι συνέπειες εκτιμούμε ότι δεν έχουν αξιολογηθεί. Δύο ωστόσο στοιχεία μπορεί κανείς να διακρίνει. Το πρώτο είναι ότι οι καθηγητές που πιστεύουν στο « ταξίδι » – χωρίς να είναι δυνατόν να εκτιμήσουμε εάν είναι περισσότεροι ή λιγότεροι σε σχέση με την εποχή της χειραγώγησης- συνεχίζουν να δρουν με τρόπο που προδίδει την αγάπη σε αυτό που κάνουν. Το δεύτερο είναι ότι αργά αλλά σταθερά η λεγόμενη κοινή γνώμη αρχίζει να αντιμετωπίζει με μία όχι θετική προδιάθεση τους εκπαιδευτικούς του Λυκείου.

Μια σοβαρή διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι το ότι γίνονται χιλιάδες οι πτυχιούχοι των καθηγητικών σχολών οι οποίοι, πιεζόμενοι από την ανεργία, εκμισθώνουν την εργασία τους στις διάφορες φροντιστηριακές επιχειρήσεις με απίστευτα χαμηλές αμοιβές.

Ο πόλεμος
Στη δεκαετία του 90 και ενώ οι αμοιβές των εργαζομένων στις φροντιστηριακές επιχειρήσεις αγγίζουν όρια εκμετάλλευσης, οι ιδιοκτήτες των φροντιστηρίων συσπειρώνονται σε Ομοσπονδία με σωματεία σε όλη την Ελλάδα και οι εχθροπραξίες αρχίζουν να δίνονται ανάμεσα στα τοπικά σωματεία τους και στις αντίστοιχες Ενώσεις Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας ο πόλεμος ξεσπά. Ανοιχτά και απροσχημάτιστα. Η προπόνηση για μελλοντικές εξετάσεις επιτίθεται στην παροχή Παιδείας, η εκμάθηση τεχνικών αναγνωρίζεται ως σοβαρός αντίπαλος της επιδίωξης για μόρφωση των νέων ανθρώπων, η έννοια υποψήφιος μάχεται την έννοια μαθητής. Η Ιθάκη-αυτοσκοπός κηρύσσει τον πόλεμο στο ταξίδι.

Οι επιχειρηματίες φροντιστές, αυτή τη φορά, σε ρόλο επιτιθέμενου εναντίον των καθηγητών του Λυκείου. Διδάσκουν στους υποψήφιους την ύλη του Προγράμματος Σπουδών πριν προλάβουν να το κάνουν οι «αντίπαλοι» καθηγητές του Λυκείου, έτσι που η υπονόμευση των ενδοσχολικών διαδικασιών να είναι νομοτελειακή. Αδιαφορούν για τις συνέπειες της πρακτικής αυτής και η επιθετική πολιτική δεν σταματά εδώ.

Πολλοί από αυτούς απευθυνόμενοι στα «μήλα της έριδος» -τους μαθητές δηλαδή τους οποίους πείθουν να είναι «μόνο υποψήφιοι» – εκφράζονται υποτιμητικά για όλες συλλήβδην τις ενδοσχολικές διαδικασίες μάθησης. Παράλληλα λειτουργούν ως σύμβουλοι των γονέων και εμφανίζονται σε ρόλους μάνατζερ των «επιχειρήσεων εισαγωγής στο πανεπιστήμιο».

Προς το παρόν τουλάχιστον, ο νικητής φαίνεται να είναι η λογική της φροντιστηριακής πρακτικής. Σύμφωνα με την κοινή γνώμη προσφέρει κάτι πιο «χειροπιαστό» από εκείνη της «παροχής Παιδείας». Παράλληλα δεν είναι λίγοι οι καθηγητές των Λυκείων οι οποίοι είτε ενστερνίζονται τη φροντιστηριακή λογική, είτε, πιεζόμενοι από τον κοινωνικό περίγυρο, χωρίς να την αποδέχονται , την εφαρμόζουν. Οι περισσότεροι πάντως υιοθετούν τη νέα φράση φετίχ «προσομοιωτικές εξετάσεις».

Και είναι πλέον πάρα πολλοί οι μαθητές οι οποίοι πείθονται στο να εμπιστεύονται τον επιχειρηματία φροντιστή περισσότερο από τον καθηγητή του σχολείου τους.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συμβάλλουν στο να διαμορφωθεί αυτή η διαφορά εμπιστοσύνης. Ορισμένες εφημερίδες προσφέρουν στους εξ επαγγέλματος φροντιστές τη δυνατότητα να παρουσιάζουν επί μήνες «θέματα για εξετάσεις» και την επομένη των εξετάσεων τους προσφέρουν τη δυνατότητα να παρουσιάζουν τις απαντήσεις στα θέματα. Ραδιοφωνικοί σταθμοί και τηλεοπτικά κανάλια προσφέρουν σε φροντιστηριακές επιχειρήσεις «μικρόφωνο» προκειμένου να κρίνουν την ποιότητα των προταθέντων θεμάτων για να εισπράξουν συνήθως στερεότυπα του τύπου «τα θέματα ήταν κλιμακούμενης δυσκολίας». Αργά αλλά σταθερά διαμορφώνεται κοινωνικά μια πεποίθηση σύμφωνα με την οποία «οι φροντιστές ξέρουν».

Και ακόμα σε μια κοινωνία, όπως η δική μας, η οποία είναι και «κοινωνία των μάνατζερ» οι – εμφανιζόμενοι ως μάνατζερ- φροντιστές πείθουν ευκολότερα για την ιδιαίτερη σημασία του ρόλου τους. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια οι ανάπηρες επιλογές της πολιτείας στα ζητήματα της λυκειακής εκπαίδευσης σιγοντάρουν τις φροντιστηριακές συμβουλές του τύπου «δεν χρειάζεται να χάνεις χρόνο με τη λογοτεχνία και τη φυσική εφόσον αυτά δεν θα τα δώσεις στις πανελλήνιες».

Εικόνα απουσίας Άνοιξη του 2010.
Το μέτωπο των καθηγητών εμφανίζει σημεία κατάρρευσης σε πανελλαδική κλίμακα. Η αύξηση του αριθμού των «δικαιολογημένων» απουσιών εξωθεί τους μαθητές της Γ΄Λυκείου προς τη νέα λογική του «δεν πηγαίνω σχολείο γιατί μας έχουν βάλει προσομοιωτικές στο φροντιστήριο». Σε ενεστώτα χρόνο τα ελληνικά Λύκεια είναι, σε μεγάλο βαθμό, αίθουσες χωρίς ανθρώπους , η εικόνα πρωτοφανής στην ιστορία της εκπαίδευσης είναι μια εικόνα ΑΠΟΥΣΙΑΣ, με πολλούς από τους καθηγητές να έχουν τελειώσει την ύλη τον Μάρτιο , το τέλος της ετήσιας διαδρομής να επιβάλλεται χωρίς κανένα αποχαιρετισμό, χωρίς ουσιαστικό απολογισμό, δίχως το παραμικρό αίσθημα συγκίνησης το οποίο συνήθως εμπεριέχεται στο οποιοδήποτε τέλος κάθε κοινωνικής συνεργασίας, με τη μεγάλη Ομοσπονδία των καθηγητών να διακρίνει επιτέλους, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια, ότι «κάτι δεν πάει καλά», ενώ «οι χιλιάδες» κυρίως να ελπίζουν ότι θα ανατείλει ένα «διαφορετικό» λυκειακό αύριο.

Ο πόλεμος δεν έχει κριθεί
Κι αυτό διότι οι ψυχραιμότεροι αναγνωρίζουν ότι – μολονότι η φροντιστηριακή λογική μοιάζει με τη «λογική της αποτελεσματικότητας» που κυριαρχεί στην κοινωνία της εποχής μας- ο πόλεμος δεν έχει κριθεί. Συνεχίζεται, με επιτιθεμένους τους μάνατζερ των φροντιστηρίων και αμυνόμενους δυστυχώς όχι όλους τους καθηγητές των Λυκείων, αλλά οι αμυνόμενοι είναι ποσοτικά υπεραρκετοί αλλά και ποιοτικά επαρκείς ώστε να ανατρέψουν την πορεία των γεγονότων, αρκεί να λειτουργήσει ως αρωγός η ελληνική πολιτεία αφού προηγουμένως κατανοήσει το πρόβλημα διότι εκτιμούμε ότι δεν το έχει κατανοήσει.

Τους αμυνόμενους τους ισχυροποιεί η κοινή τους πεποίθηση για τον ρόλο της Παιδείας. Πιστεύουν ότι «η παροχή Παιδείας είναι κοινωνική αξία» και αρνούνται να αποδεχθούν ότι μπορεί να υποκατασταθεί από την πρακτική μιας προπόνησης για εξετάσεις. Οι ίδιοι εμπιστεύονται την άποψη ότι καθένα από τα μαθήματα του σχολικού Προγράμματος έχει ένα ειδικό ρόλο τον οποίο η κοινότητα των εκπαιδευτικών έχει βασανιστεί προκειμένου να τον αποσαφηνίσει, χωρίς πάντοτε να το καταφέρνει επιτυχώς.

Και το σημαντικότερο. Για όλους τους σήμερα «αμυνόμενους» η Ιθάκη-αυτοσκοπός δεν μπορεί να σκιάζει τη σημασία του ταξιδιού και τον σοβαρότατο κοινωνικό του ρόλο.

Και όλα αυτά, με την επίγνωση ότι σε τέτοιου είδους ζητήματα είναι περίπου αδύνατον να αποφύγουμε τις σχηματοποιήσεις μολονότι γνωρίζουμε λίαν καλώς ότι η Πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερο χυμώδης από τις εικόνες που εμείς προτείνουμε.

Share Button