Σχολική Ετοιμότητα: Προετοιμάζοντας το παιδί μας για το σχολείο

Δρ Δημήτρης Δημητρίου Παπαβασιλείου, MD PhD – Νευροαναπτυξιολόγος – Παιδίατρος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου
Μετεκ/θεις στο Παν/μιο του Yale – ΗΠΑ και Παν/κό Νοσοκομείο Robert Debre – Παρίσι
Δρ Βάσω Παπαβασιλείου – Νεογνολόγος – Παιδίατρος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου, Διευθύντρια Κέντρου Αναπτυξιακής και Κοινωνικής Παιδιατρικής Κύπρου

1ο ΜΕΡΟΣ

child

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τόσο το Νηπιαγωγείο όσο και το Δημοτικό, αντιπροσωπεύουν σημαντικά ορόσημα τόσο στην ανάπτυξη του παιδιού αλλά και στην σχέση μεταξύ γονέα και παιδιού.
Το πέρασμα στην τάξη ενός σχολείου, προϋποθέτει την ψυχική δυνατότητα, όχι μόνο του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς αλλά και των ίδιων των γονέων να αποχωριστούν το παιδί τους.
Η ομαλή διαδικασία αποχωρισμού, έχει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα, ειδικά σε μία μεσογειακή χώρα όπως η Ελλάδα, αν αναλογιστούμε ότι τα παιδιά παραμένουν και συντηρούνται ως μεγάλη ηλικία από τους γονείς.

Ταυτόχρονα παρατηρείται η νευρολογική αλλά και συναισθηματική ωρίμανση του παιδιού και αρχίζει μία περίοδος αυξημένης κοινωνικής διάδρασης του παιδιού. Είναι σημαντικό να αναλογιστούμε ότι, στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, όπου πολλές φορές τα πάρκα ελλείπουν και δεν υπάρχουν αλάνες να παίξουν με ασφάλεια τα παιδιά, πέρα από τους παιδότοπους, η μόνη πραγματική δυνατότητα κοινωνικοποίησης των παιδιών μας είναι στα νηπιαγωγεία / σχολεία.

Είναι η στιγμή όπου, για πρώτη φορά στη ζωή του παιδιού, δοκιμάζεται η δυνατότητα επιβίωσής του σε ένα «ξένο» περιβάλλον. Είναι η πρώτη φορά που τόσο το παιδί, όσο και έμμεσα η οικογένειά του ως κοινωνική μονάδα, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στο ευρύτερο κοινωνικό και εκπαιδευτικό σύνολο. Δυστυχώς είναι επίσης η περίοδος όπου πολλές φορές γίνονται οι συγκρίσεις μεταξύ παιδιών, με όχι πάντα καλή διάθεση…

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ,
1.    Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΛΛΑ ΣΥΝΟΛΟ ΙΚΑΝΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΙΣ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΠΑΝΤΑ ΟΛΕΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΙΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙ ΚΑΤΑΝΑΓΚΗ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ.
ΓΙΑΥΤΟ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΑΙΔΙΟΥ ΝΑ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΕΤΑΙ.
2.    Η ΜΗ-ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΕΞΥΠΑΚΟΥΕΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1ο ΜΕΡΟΣ

  • ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  • ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ
  • ΣΧΟΛΕΙΟ – ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
  • ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
  • ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΦΟΙΤΗΣΗΣ-ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΦΟΙΤΗΣΗΣ;
  • ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΤΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΕ ΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
  • ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
  • ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΙ
  • ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΑΝΑΣΤΗΜΑ – ΥΨΟΣ
  • ΑΔΡΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
  • ΛΕΠΤΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
  • ΟΜΙΛΙΑ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ
  • ΠΡΩΙΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

2ο ΜΕΡΟΣ

  • ΑΓΧΟΣ ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΥ  -ΣΧΟΛΙΚΗ ΦΟΒΙΑ
  • ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
  • ΝΟΗΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ
  • ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΠΡΟΣΟΧΗΣ-ΥΠΕΡΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
  • ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ – ΔΑΓΚΩΜΑ
  • ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
  • ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΓΟΝΕΩΝ
  • ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ – ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ
  • ΔΥΣΛΕΞΙΑ
  • ΛΙΣΤΑ ΒΑΣΙΚΩΝ ΟΡΟΣΗΜΩΝ 5-6 ΕΤΩΝ

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ
Η εισαγωγή στο Νηπιαγωγείο είναι εξαιρετικά σημαντική και πλέον διαφέρει από το παρελθόν, καθώς οι απαιτήσεις του πολλές φορές είναι όμοιες με το επίπεδο της Α’ και Β’ Δημοτικού παλαιότερων χρόνων. Η εμπειρία ενός παιδιού στο Νηπιαγωγείο, μπορεί να έχει μακροχρόνια επίδραση, θετική ή αρνητική.

Το παιδί υφίσταται μία ποιοτική αλλαγή στις γνωσιακές και ψυχοκοινωνικές του ικανότητες, καθώς τα κίνητρά του είναι ακόμα «εγωκεντρικά», η φαντασία ιδιαίτερα ζωηρή, παρατηρείται ταυτοποίηση του φύλου, αύξηση του γλωσσικού επιπέδου, τόσο σε λεξιλόγιο όσο και σε άρθρωση αλλά και σε αντίληψη και είναι πολλές φορές αυτό που μας εκπλήσσει!

ΣΧΟΛΕΙΟ – ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Η επιλογή πλέον της Δημοτικής εκπαίδευσης, γίνεται πολλές φορές και με κριτήρια όχι μόνο την ακαδημαϊκή αρτιότητα ενός σχολείου αλλά και το οικονομικό πρωτίστως ζήτημα, το κοινωνικό αλλά και το πανεπιστημιακό μέλλον του παιδιού, ειδικά σε περιπτώσεις που επιλέγονται ξενόγλωσσα σχολεία.  Αν και το στοιχείο της σύγκρισης μεταξύ των παιδιών στις πρώτες τάξεις είναι ακόμα αδύναμο, δεν παύει να υποβόσκει και να υπάρχει ο πρώτος διαχωρισμός, γνωσιακά, σωματικά, αναπτυξιακά. Το ίδιο συμβαίνει και σε περιπτώσεις διδύμων όπου δεν συστήνεται όμως ο διαχωρισμός αλλά η ελεύθερη επιλογή και η πρακτική αντιμετώπιση φοίτησης σε κάποιο σχολείο.
Πολλές φορές μπορεί τα θέματα τα οποία αναφύονται να αναδεικνύουν μία αντιπαλότητα μεταξύ των δύο γονέων ή μεταξύ οικογενειών. Η ακαδημαϊκή πρόοδος του παιδιού γίνεται αντικείμενο συζήτησης με την γειτόνισσα και το παιδί εξελίσσεται σε ένα αυτοκίνητο κούρσας το οποίο εκπαιδεύουμε αντίστοιχα με τις προσδοκίες μας…

Κι εδώ μπορεί να παρουσιαστεί άγχος αποχωρισμού, ειδικά αν το παιδί δεν έχει περάσει από το Νηπιαγωγείο. Εδώ αρχίζουν να αναρωτιούνται οι γονείς για τις Μαθησιακές Δυσκολίες, τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια, για την Νοητική και Γνωσιακή Ικανότητα του παιδιού τους και την εν γένη συμπεριφορά του. Εδώ, ίσως και λίγο πιο πριν, τίθεται συχνά θέμα Ορίων, Συμπεριφοράς, Επιθετικότητας ή της μόδας της εποχής της Διάσπασης Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα.
Ο γονέας καλείται να δείξει πάνω από όλα ψυχραιμία και να ακολουθήσει το ένστικτό του, που συνήθως τον ειδοποιεί σωστά. Το θέμα είναι να το πιστέψει και να το ακούσει, να απευθυνθεί σε ένα ειδικό και να καθοδηγηθεί σωστά.
Όταν ένας γονέας ανησυχεί, έχει συνήθως δίκιο.

Ένα από τα συνήθη παραδείγματα που δίνω στους γονείς αναφορικά με το ένστικτό τους, είναι για περιπτώσεις Αυτισμού, όπου ο γονέας σύμφωνα με μελέτες αντιλαμβάνεται την διαφορετικότητα του παιδιού του από μέση ηλικία 11 μηνών ενώ αναζητεί βοήθεια ειδικού περίπου στα 3.5 έτη μέση ηλικία. Γιατί σε αυτή την ηλικία ( και μάλιστα στην Ελλάδα όπως φαίνεται και κάπως αργότερα) ; Γιατί σε αυτή την ηλικία αναγκάζεται είτε να εντάξει το παιδί σε κάποια σχολική διαδικασία είτε το πρόβλημα είναι πλέον πολύ εμφανές για να αγνοηθεί.

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Συνήθως στην Ελλάδα όπως όλοι γνωρίζουμε, η επιλογή του σχολείου γίνεται βάση της κατοικίας μας όταν πρόκειται για Δημόσιο σχολείο. Επίσης κύριο στοιχείο είναι η εγγύτητα με το σπίτι ή τη δουλειά μας, που καθιστά την μεταφορά στο σχολείο ακόμα πιο εύκολη. Πιο συχνά επιλέγουμε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς και μετά Δημοτικά ή σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης.

Όταν πρόκειται κυρίως για Δημοτική ή Μέση Εκπαίδευση, πολλές φορές κύριο κίνητρο είναι ο κοινωνικός περίγυρος-milieu αλλά και η πιθανότητα/δυνατότητα περισσότερων δραστηριοτήτων όπως μία επιπλέον ξένη γλώσσα, άθλημα, καλύτερες εγκαταστάσεις ή η δυνατότητα γενικά κάποιας διαφοροποίησης του σχολικού προγράμματος. Κύριος όμως παράγοντας για την ιδιωτική εκπαίδευση αποτελεί για τον μέσο όρο, η οικονομική δυνατότητα των γονέων, σύμφωνα με την εγγύτητα μίας εκπαιδευτικής μονάδας, συνυπολογίζοντας τις δυνατότητες και ανάγκες αντίστοιχα του παιδιού.
Σε κάποιες περιπτώσεις το σχολείο επιλέγεται με βάση τη δυνατότητα του σχολείου να προσφέρει εξειδικευμένη εκπαιδευτική δυνατότητα όπως σε περιπτώσεις μαθησιακών δυσκολιών ή διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών.

Η πραγματικότητα που επιβάλλει το ακαδημαϊκό μας σύστημα είναι ότι το σημαντικότερο στοιχείο του σχολείου είναι ένας ικανός δάσκαλος, μία ικανή με μεταδοτικότητα δασκάλα. Μπορεί οι τοίχοι του σχολείου να μην έχουν σημασία ή αν έχει γήπεδο τέννις, αν υπάρχει ένας δάσκαλος,μία δασκάλα που μπορεί να κάνει το παιδί μας ευτυχισμένο,να φεύγει με χαρά για το σχολείο και ταυτόχρονα να μπορεί να του προσφέρει τις μαθησιακές πληροφορίες που χρειάζεται, με τις σωστές μεθόδους, για να εκμεταλλευτεί το παιδί στο μέγιστο τις ικανότητές του!

Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψιν, ειδικά στις περιπτώσεις που υπάρχει πραγματική δυνατότητα επιλογής σχολείου είναι:
•    Η πολιτισμική κατεύθυνση της οικογένειας, πχ αν είναι και αγγλόφωνοι, τότε ίσως να είναι χρήσιμο ένα αγγλόφωνο σχολείο ή παιδικός σταθμός, όπως επίσης και αν οι ίδιοι οι γονείς επιθυμούν αλλόγλωσση εκπαίδευση γενικότερα.
•    Η αναφερόμενη ποιότητα των σχολείων κατά τόπους και η αίσθηση που έχουν οι γονείς για αυτά, σωστή ή λάθος, καλή ή κακή.
•    Αν υπάρχει επίσης ένας κύκλος φίλων του παιδιού στο σχολείο ή σταθμό που θα πάει.
•    Αν υπάρχει κάποια ειδική ικανότητα του παιδιού όπως στην μουσική ή στην τέχνη και αντίστοιχα κάποιο σχολείο που θα μπορούσε να διευκολύνει το ταλέντο αυτό.
•    Το μέγεθος της τάξης μπορεί να παίζει ρόλο για ένα παιδί, ειδικά αν υπάρχει διάσπαση προσοχής ή κάποια  άλλη μαθησιακή δυσκολία.
•    Αν χρειάζεται κάποια ειδική εκπαιδευτική υποστήριξη η οποία παρέχεται από συγκεκριμένο σχολείο ή προσβάσιμη υπηρεσία.
•    Η εμπειρία των ίδιων των γονέων στα δικά τους σχολεία στο παρελθόν, αν ήταν θετική ή αρνητική όπως επίσης και σε κάποιες περιπτώσεις η…
•    Οικογενειακή παράδοση να παρακολουθούν τα παιδιά της οικογένειας κάποιο συγκεκριμένο σχολείο.

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΦΟΙΤΗΣΗΣ-ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΦΟΙΤΗΣΗΣ;
Πολλοί γονείς με ρωτάνε αν το παιδί τους δεν πρέπει να πάει φέτος σχολείο, καθώς αντιμετωπίζει το α’ ή β’ πρόβλημα. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις ειδικών αναπτυξιακών διαταραχών,  ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ Η ΦΟΙΤΗΣΗ ΤΟΥΣ.

Μπορεί το παιδί να φαίνεται ότι είναι κάπως  «αργό» αντιληπτικά, μη-κοινωνικοποιημένο ή με μη-αναμενόμενες συμπεριφορικές αντιδράσεις που παραπέμπουν σε μικρότερης ηλικίας παιδί. Μπορεί ακόμα να μην έχει αναπτύξει πλήρως, ποιοτικά ή ποσοτικά την ομιλία του. Άλλα παιδιά μπορεί να μην ζωγραφίζουν καλά ή στην Α’ Δημοτικού να μπορούν να γράψουν καλά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αυτά δεν πρέπει να πάνε σχολείο ή ότι πρέπει να επαναλάβουν την τάξη.

Δυστυχώς είναι μία μεγάλη πληγή στα Ελληνικά δεδομένα και μία πολύ κακή τακτική η οποία πρέπει να εκλείψει και να εκλογικευτεί σταδιακά.

Η καθυστέρηση ακαδημαϊκά για ένα έτος, έχει μόνο αποτέλεσμα την συνεπακόλουθη καθυστέρηση της πραγματικής αντιμετώπισης του θέματος/προβλήματος που ανάγκασε γονείς ή και δασκάλους να σκεφτούν την λύση της αναστολής.

Οι νεότερες μελέτες όπως επίσης και η Καθηγήτρια και μέντοράς μου στο Τμήμα Αναπτυξιακής και Συμπεριφορικής Παιδιατρικής του Yale στις ΗΠΑ, Dr Carol Weitzman, αναφέρουν ότι το παιδί δεν κερδίζει ουσιαστικά από την καθυστέρηση, αναστολή ή επανάληψη της φοίτησης.

Με απλά λόγια: Αν το παιδί σας (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων), κερδίσει ένα 10% από την λεγόμενη ωρίμανση που θα έχει μέσα σε ένα έτος, θα χάσει ένα 70% που θα κέρδιζε με την παρακολούθηση της επόμενης ή κανονικής του τάξης, ως προς τις γνώσεις. Επιπλέον απώλεια είναι και η ψυχοκοινωνική, καθώς αποκόπτεται στην ουσία από τον κοινωνικό και ηλικιακό του κύκλο.Με την αναστολή φοίτησης ή την επανάληψη φοίτησης, στην πλειονότητα των περιπτώσεων το παιδί σας χάνει ακριβώς αυτό που καλείται να κερδίσει: την σχολική ετοιμότητα, την μαθησιακή ικανότητα απορρόφησης πληροφοριών αλλά και την κοινωνικοποίηση.

Για σκεφτείτε απλά αυτό: Τί δεν πήγε καλά και δεν απορρόφησε το παιδί σας τις πληροφορίες την χρονιά που πέρασε; Τί σας εγγυάται ότι την επόμενη το παιδί σας θα πάει καλύτερα; Αν,και λέμε τώρα, αν δεν «φταίει» το παιδί για την παρατηρούμενη σχολική αποτυχία; Μήπως θα έπρεπε αντί να αναστείλουμε τη φοίτηση απλά να δούμε τι δεν πάει καλά, να το ταυτοποιήσουμε και να ενισχύσουμε το παιδί σε αυτόν τον τομέα και να προωθήσουμε ακόμα πιο πολύ τις ικανότητες στις οποίες είναι καλός; Μήπως οι δάσκαλοι θα μπορούσαν να εμβαθύνουν ακόμα περισσότερο στις παρατηρούμενες μαθησιακές δυσκολίες αντί να καταδικάσουμε το παιδί μας σε ακόμα ένα χρόνο στην ίδια τάξη ή σε απλή καθυστέρηση φοίτησης; Πόσο μάλλον σε μία ανταγωνιστική κοινωνία που μπορεί να στιγματίσει από πολύ νωρίς ένα παιδί και να έχει μία ταμπέλα που θα τον ακολουθεί για μία ζωή.

Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα παιδί  δυσπραξικό ως προς την Λεπτή κινητικότητα. Αυτό το παιδί πιθανόν να μην μπορεί να  ζωγραφίζει και να μην μπορεί να γράψει ικανοποιητικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι νοητικά δεν είναι ένα παιδί ικανό. Ας υποθέσουμε ότι αξιολογήσαμε το παιδί και νοητικά είναι φυσιολογικό. Ποιός ο λόγος αυτό το παιδί να μην πάει στην επόμενη τάξη; Με εργοθεραπευτικές ασκήσεις ή και χρήση υπολογιστή αλλά και με απλή παρακολούθηση, το παιδί μπορεί να απορροφήσει το σύνολο των πληροφοριών που απαιτούνται για μάθηση αν και θα δυσκολεύεται στην γραφή. Οπότε είναι άδικο για ένα τέτοιο παιδί να μην πάει σχολείο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ένα παιδί που πιθανόν να πάσχει από κάποια σωματική αναπηρία στα χέρια ή μάτια και να μην μπορεί να γράψει ή να διαβάσει άμεσα. Αυτό το παιδί δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην παρακολουθήσει κανονική τάξη, όπως και στην περίπτωση ενός δυσπραξικού παιδιού, με τη βοήθεια και υποστηρικτικής τεχνολογίας. Το ίδιο ισχύει και για ένα δυσλεξικό παιδί το οποίο χρειάζεται επίσης υποστηρικτική τεχνολογία και μάθηση. Στόχος μας πρέπει να είναι η γνώση και η υποκατάσταση των μαθησιακών δυσχερειών.

Ένα ντροπαλό παιδί, δεν πρόκειται να κερδίσει από την αναστολή φοίτησης, αντίθετα η απώλεια του παρόντος κοινωνικού περιβάλλοντος, θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις πιθανότητες κοινωνικοποίησής του, η οποία συζητείται εκτενέστερα σε παρακάτω κεφάλαιο.

Ένα παιδί με μειωμένη ποιοτικά ή ποσοτικά ομιλία, δεν σημαίνει επίσης ότι δεν μπορεί να παρακολουθήσει κανονική τάξη εφόσον η αντιληπτική του ικανότητα είναι ικανοποιητική. Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί σε ένα παιδί με δυσπραξία ομιλίας ή  δυσφασία, καθώς το παιδί δεν μπορεί να εκφραστεί ικανοποιητικά έτσι ώστε να γίνεται άνετα αντιληπτό από τον δάσκαλο αλλά και τα παιδιά. Αυτό όμως δεν σημαίνει, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, ότι το παιδί δεν αντιλαμβάνεται το μάθημα και την εκπαιδευτική διαδικασία, αν και δυσκολεύεται να την εκφράσει. Άρα μπορεί να απορροφά ικανοποιητικά τις μαθησιακές πληροφορίες παρόλη τη δυσκολία έκφρασης. Εντατική και έγκαιρη λογοθεραπευτική παρέμβαση μπορεί να κάνει θαύματα!

Γιαυτό και λέμε ότι η Σχολική ετοιμότητα δεν είναι μία ευθεία γραμμή – δεν είναι μία απλή ικανότητα αλλά μία σύνθετη, η οποία δεν είναι υποχρεωτικά ομαλή. Δηλαδή δεν είναι μία διαδικασία που απλά λέμε ότι ένα παιδί μπορεί ή δεν μπορεί να παρακολουθήσει ένα σχολείο όπως έλεγαν στην δεκαετία του 50… Είναι μία διαδικασία στην οποία χρειάζεται ο ειδικός να περάσει αρκετή ώρα με το παιδί και τους γονείς και να εντοπίσει τους πιθανούς τομείς όπου το παιδί δεν είναι τόσο αποτελεσματικό αλλά και τους τομείς που το παιδί παρουσιάζει αυξημένες δυνατότητες, πάνω στις οποίες θα «πατήσουμε» για να βοηθηθεί το παιδί.

Ακόμα και σε παιδιά που έχουν κάποιες ειδικές αναπτυξιακές δυσκολίες και πιθανόν να υπάρχει η σκέψη αναστολής ή επανάληψης φοίτησης, συστήνεται συνήθως η παρακολούθηση ενός σχολικού προγράμματος, ακόμα και αν αυτό είναι διακεκομμένο ή τροποποιημένο.

Μία άλλη ερώτηση που κάνουν συνήθως οι γονείς είναι σχετικά με την μείωση της Αυτοπεποίθησης των παιδιών που δεν καταφέρνουν να παρακολουθήσουν με απόλυτη επιτυχία μία τάξη. «δεν θα τον κάνει να αισθάνεται άσχημα, γιατρέ, το να πάει σχολείο και να μην μπορεί να φτάσει τους συμμαθητές του;». Αν και κάθε περίπτωση εξατομικεύεται πάντα, πρέπει να σκεφτούμε την εναλλακτική επίσης: Δηλαδή πόσο άσχημο είναι τελικά για ένα παιδί να έχει ανασταλεί η φοίτησή του και όταν τελικά πάει σχολείο, τα άλλα παιδάκια να είναι μικρότερα, πιθανόν αυτό να είναι ψηλότερο, να έχει αποκοπεί από πιθανούς φίλους και συνομηλίκους ή ακόμα χειρότερα να υπάρχει σύγκριση με κάποιο αδερφάκι ή γειτονάκι που πάει κανονικά σχολείο. Πρέπει να αναρωτηθούμε τί κρύβει η κατάσταση που μας ώθησε να σκεφτούμε την αναστολή.

ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΤΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΕ ΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
Η ομαλή ενσωμάτωση στο περιβάλλον του σχολείου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τους οποίους καλείται ο ειδικός να καταγράψει και να επισημάνει στους γονείς. Η σύγχρονη Νευροαναπτυξιολογία τονίζει ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε μόνο τις αδυναμίες του παιδιού αλλά και τα δυνατά του σημεία πάνω στα οποία θα πατήσουμε για να βοηθήσουμε το παιδί να υπερνίκησει και τις αδυναμίες του. Σε αυτό τον τομέα είναι πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ρόλο παίζουν και οι προσδοκίες και η σταθερότητα των ίδιων των γονέων. Πολλές φορές έρχεται ένας πατέρας και μου λέει με θυμό πχ «Γιατρέ,δεν είναι καλός στα Μαθηματικά» και όταν τον ρωτάω αν ο ίδιος ήταν καλός μαθητής, πολλές φορές λέει «δεν ήμουν, με αδίκησαν».

Ας προσέξουμε να μην αδικούμε εμείς οι ίδιοι τα παιδιά μας. Στόχος μας είναι να γίνουν ευτυχισμένα! Σκεφτείτε πότε ήταν η τελευταία φορά που είπατε «Μπράβο!» με την ψυχή σας!

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι φτιαγμένο για τον μέσο όρο και για παιδιά που μπορεί να είναι χαρισματικά  ή να έχουν κάποιες αδυναμίες. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρέπει να φροντίσουμε να βρούμε το κατάλληλο περιβάλλον ενσωμάτωσης για το παιδί, χωρίς να το αποκλείει κοινωνικά από την ηλικιακή του ομάδα και το κοινωνικό σύνολο γενικότερα.

ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Πριν πάει το παιδί νηπιαγωγείο, όπως και αν υπάρχει υπόνοια για κάποια αναπτυξιακή διαταραχή, καλό είναι να γίνεται ένας βασικός έλεγχος του παιδιού. Σημαντικά σημεία αυτού του ελέγχου είναι ο αισθητηριακός έλεγχος δηλαδή κυρίως ακουολογικός και οφθαλμολογικός.

Σε περίπτωση υπονοιας αναπτυξιακής διαταραχής , διενεργούμε καταρχήν τον ακουολογικό έλεγχο ακόμα και αν ξέρουμε ότι το παιδί μας ακούει, γιατί δεν ξέρουμε τί ακούει. Αυτό ξαφνιάζει πολλές φορές τους γονείς που μας ρωτάνε «μα έκανε έλεγχο όταν γεννήθηκε» ή «αφού γυρίζει όταν τον φωνάξω». Η απάντηση είναι ότι πολλές ωτίτιδες, κληρονομικές ασθένειες, λοιμώξεις ή εκ γενετής καταστάσεις, μπορεί να επηρεάσουν το ποιοτικό αποτέλεσμα της ακοής με συνέπεια πχ την ύπαρξη μίας βαρηκοίας υψηλών συχνοτήτων. Το παιδί ακούει αλλά πιθανόν να χάνει μεγάλο μέρος των πληροφοριών. Το αποτέλεσμα; Να μην απαντά σωστά,να αποκόπτεται κοινωνικά από τους φίλους του ή το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, να νομίζουν οι άλλοι πιθανόν ότι το παιδί έχει γνωσιακό έλλειμμα ή το συνηθέστερο, να έχει μειωμένο λεξιλόγιο ή καθυστέρηση της έναρξης ομιλίας.
Το ίδιο συμβαίνει κάποτε και με την όραση.  Ο οφθαλμολογικός έλεγχος καλό είναι να γίνεται μία φορά τον χρόνο, χωρίς κατανάγκη να πάσχει το παιδί. Συνήθη προβλήματα μπορεί να περιλαμβάνουν την μυωπία, πρεσβυωπία, αστιγματισμός, αχρωματοψία αλλά και στραβισμό, ο οποίος κάποτε διαλάθει της προσοχής ακόμα και των ειδικών αν είναι ήπιος. Σε περιπτώσεις που υπάρχει υπόνοια κάποιας άλλης διαταραχής, όπως πχ Διάχυτης Αναπτυξιακής Διαταραχής ή άλλης, τότε μπορεί να είναι χρήσιμο να γίνει βυθοσκόπηση, για έλεγχο ανωμαλιών του βυθού του οφθαλμού.

ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΙ
Ελέγξτε τα εμβόλια του παιδιού σας. Συμβουλευθείτε τον γενικό παιδίατρό σας εάν κάποιο δεν έχει γίνει ή καθυστερήσει, ούτως ώστε το παιδί σας να είναι καλυμμένο σε επιδημίες λοιμωδών ασθενειών όπως πχ Ιλαράς, ανεμευλογιάς κλπ.

Επίσης πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι είναι καλυμμένο για τα εμβόλια του Τετάνου, αν αναλογιστούμε το πόσες φορές χτυπάει ένα παιδί κάθε χρόνο. Ταυτόχρονα πρέπει να το μάθουμε πώς να περιποιείται με βασικό τρόπο μία πληγή, όπως να την πλύνει και πιθανόν να βάλει ένα αντισηπτικό κατάλληλο και ένα τσιρότο, αν για κάποιο λόγο δεν υπάρχει διαθέσιμος κάποιος ενήλικας.

Ταυτόχρονα σιγουρευτείτε ότι το παιδί σας ξέρει βασικούς κανόνες καθαριότητας όταν βρίσκεται μόνο του, όπως να πλένει τα χεράκια, να βάζει το χέρι μπροστά στο στόμα όταν φταρνίζεται, να σκούπιζεται σε χαρτοπετσετούλα κλπ.

ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΑΝΑΣΤΗΜΑ – ΥΨΟΣ
Το ύψος είναι ένα από τα θέματα τα οποία θα γίνουν πολύ πιθανόν αντικείμενο συζήτησης στο σχολείο και κυρίως στο Δημοτικό.

Για αυτό, εάν υπάρχει υπόνοια παθολογικού αναστήματος θα πρέπει να συμβουλεύονται οι γονείς τον ειδικό και ειδικά αν το παρατηρούμενο ύψος είναι ίσο ή κάτω της 3ης εκατοστιαίας θέσης στον πίνακα καμπύλων ανάπτυξης, ο οποίος υπάρχει στο βιβλιάριο υγείας (των εμβολίων).

Έλεγχος συστήνεται να γίνεται όταν το ύψος είναι και μεταξύ 10ης και 3ης εκατοστιαίας θέσης επίσης καθώς και μία παρατηρούμενη πτώση από τις «σταθερά» παρατηρούμενες καμπύλες του παιδιού.

Υπάρχουν πολλές αιτίες πιθανού κοντού αναστήματος, οι οποίες αξιολογούνται κατά περίπτωση και οικογένεια, εξατομικευμένα και με πολυθεματική ομάδα.

ΑΔΡΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ο έλεγχος Αδρής Κινητικότητας – βάδισης και ισορροπίας, είναι κάτι το οποίο εξετάζεται καλά από τον γενικό παιδίατρο και σπάνια διαλάθει της προσοχής του. Σε γενικές γραμμές, σχεδόν όλα τα παιδιά που θα πάνε νηπιαγωγείο, πλην ειδικών περιπτώσεων, θα περπατάνε και θα τρέχουν ικανοποιητικά καθώς ο μέσος όρος περπάτει περίπου στους 15 μήνες ζωής και τρέχει στους 18 μήνες.
Κάποτε μπορεί να υπάρχουν όμως νευρομυϊκά θέματα τα οποία θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής όπως και θέματα ραιβοποδίας, βλαισοποδίας ή πλατυποδίας που είναι και τα συχνότερα. Αυτά θα πρέπει να παραπέμπονται σε ειδήμονα παιδο-ορθοπεδικό για περαιτέρω αντιμετώπιση. Το ίδιο προσεκτικοί πρέπει να είμαστε όταν μας αναφέρεται ότι ένα παιδί πέφτει συχνά, χάνει την ισορροπία του ή δεν μπορεί να κάνει ποδηλατάκι κλπ.

Το αδέξιο παιδί είναι κάτι που θα αρχίσει να γίνεται πιο εμφανές στο νέο κοινωνικό του σύνολο. Μπορεί να «κρύβει» ένα Δυσπραξικό παιδί, κατάσταση που εντάσσεται στις μαθησιακές δυσκολίες και ενέχει την δυσχέρεια συντονισμού μυικών ομάδων και μπορεί να αφορά τόσο την Αδρή κινητικότητα όσο και την Λεπτή Κινητικότητα. Ως προς την Λεπτή Κινητικότητα, οι Αγγλοσάξωνες λένε  πολλές φορές ότι τα άτομα αυτά έχουν «δύο αριστερά πόδια», χαρακτηριστικά μία μητέρα έλεγε για τον γιο της «περπατάει όπως ο πατέρας του και σκοντάφτει παντού, ο πατέρας του με ξενυχιάζει κάθε φορά που χορεύουμε. Κανένας από τους δυο δεν τ’αρέσει η μπάλα γιατί δεν τα καταφέρνουν».  Όπως πολύ σωστά παρατήρησε αυτή η μητέρα, τα άτομα αυτά μπορεί να μην έχουν ικανότητες αθλητικών δεξιοτήτων, οι οποίες απαιτούν πολύπλοκες κινήσεις αλλά και άλλες ιδιότητες που ελλείπουν. Αυτό μπορεί να είναι και δυσχέρεια προσανατολισμού, η οποία παρατηρείται ως συννοσηρότητα πολύ συχνά, δηλαδή μπορεί να συνυπάρχει.

Επίσης το να συγχίζει το αριστερά με το δεξιά, η λεγόμενη «πλευρίωση». Συνήθως εξομαλύνεται με την πάροδο της ηλικίας και κατάλληλες ασκήσεις αλλά ανάλογα με τον βαθμό της δυσκολίας και την εκάστοτε ενασχόληση του ατόμου, το ακολουθεί για όλη του την ζωή.

ΛΕΠΤΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
Όπως αναφέραμε, η Δυσπραξία μπορεί να αφορά και την Λεπτή  Κινητικότητα, η οποία αναφέρεται κυρίως σε ικανότητες που έχουμε με τα δάχτυλα και συντονισμό κινήσεων με αυτά.

Η Δυσπραξία  αυτή εντάσσεται στις μαθησιακές δυσκολίες και είναι σημαντικό να γίνεται σύντομα η διάγνωση καθώς αυτά τα παιδιά, πολλές φορές ονομάζονται άδικα, «τεμπέληδες» ενώ στην πραγματικότητα, δυσκολεύονται τόσο να κάνουν κάποιες συντονισμένες κινήσεις που στο τέλος απλά τις αποφεύγουν.

Αυτό συμβαίνει πχ με το να μην μπορεί ένα παιδί να δέσει τα κορδόνια του, να κουμπώσει τα κουμπιά ή πχ να περάσει τα «αυτάκια» από δύο φερμουάρ μαζί. Η ικανότητα αυτή εντάσσεται στην Λεπτή κινητικότητα. Απλές ασκήσεις όπως πχ  ένας κουμπαράς, το «ψάρεμα» με τσιμπιδάκια μικρών αντικειμένων ή ακόμα το να περνάνε χάντρες για να φτιάξουν ψεύτικα κολιέ, μπορεί να βοηθήσει στην βελτίωση των ικανοτήτων του παιδιού όπως και χαρτοκοπτικές και άλλες καλλιτεχνικές ενασχολήσεις. Παπούτσια που δένουν με αυτοκόλλητες ταινίες ή αλλιώς «σκρατς» ή «βέλκρο» είναι χρήσιμα για να κερδίζουν χρόνο τα παιδιά και αυτοπεποίθηση αν και υποκαθιστούν εν μέρη κάποια λειτουργικότητα του παιδιού.

Γιατί μας ενδιαφέρει η Λεπτή Κινητικότητα;
Όπως γνωρίζουμε, στα 3 έτη ένα παιδί περιμένουμε να τρώει μόνο του χωρίς να λερώνεται ιδιαίτερα. Αυτό συμβαίνει γιατί έχει καταφέρει τον τριποδικό δραγμό, δηλαδή να κρατάνε τα δάχτυλά του ένα κουτάλι, πηρούνι ή άλλο αντικείμενο με τα τρία δάχτυλα «σαν να κάνουμε τον Σταυρό μας».
Αν και τα όρια για αυτή την ικανότητα μπορεί να κυμαίνονται κατά φύλο και να έχουμε ένα διάστημα ασφάλειας επιπλέον σύμφωνα με την εκάστοτε ηλικία, θα υπάρξουν παιδιά, που δεν θα καταφέρουν πλήρως ή σταθερά αυτή την ικανότητα.

Και έτσι επανερχόμαστε στο αρχικό μας ερώτημα: Γιατί μας ενδιαφέρει τόσο; Και τί σχέση έχει με το σχολείο και το νηπιαγωγείο; Αποτελεί το λεγόμενο προγραφικό στάδιο.
Δηλαδή ένα παιδί αν και μπορεί να έχει τις γνωσιακές και νοητικές ικανότητες να αντιληφθεί την γραφή, πιθανόν να έχει μειωμένη ικανότητα να κρατάει και να χρησιμοποιεί το μολύβι/στυλό. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, δυσγραφικά γράμματα, δυσανάγνωστα και αργή, επίπονη γραφή.
Δεν πρέπει να συγχέεται με την δυσλεξία όμως η οποιά προϋποθέτει και μειωμένη αναγνωστική ικανότητα και άλλα επιπλέον στοιχεία που αναλύονται σε μετέπειτα κεφάλαιο.

Ένα παιδί που δεν έχει κατακτήσει ικανοποιητικά, ποσοτικά και ποιοτικά την Λεπτή Κινητικότητα, μπορεί να μην ζωγραφίζει καλά και η προσπάθειά του να είναι επίπονη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, από ευχάριστη διαδικασία που είναι, να την αντιλαμβάνεται ως αγγαρεία και να την αποφεύγει.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί με όποια δραστηριότητα απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και οδηγεί τελικά σε ματαίωση δηλαδή αποφυγή έναρξης της δραστηριότητας ή ακόμα μείωση της απόδοσης, πχ ζωγραφίζοντας ένα ανθρωπάκι, το οποίο ηλικιακά δεν αντιστοιχεί στο επίπεδο του παιδιού.

Εδώ θέλουμε να αναφέρουμε κάτι σημαντικό: Ένα από τα διασημότερα και παλαιότερα τεστ αντιληπτικής ικανότητας, αναφέρεται στην δυνατότητα ενός παιδιού να ζωγραφίζει ανθρωπάκια και μετά οι ειδικοί μετράνε τις λεπτομέρειες και συγκρίνουν σύμφωνα με τον μέσο ηλικιακό όρο του παιδιού. Εάν ένα παιδί ζωγραφίζει με μειωμένες ικανότητες, δηλαδή με δυσπραξικά στοιχεία και μας ζωγραφίσει κάτι υποδεέστερο της ηλικίας του, τότε μπορεί να δοθεί εσφαλμένα η εντύπωση ότι το παιδί αυτό έχει χαμηλή αντιληπτική ικανότητα ενώ στην πραγματικότητα, απλά δεν μπορεί.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον παράγοντα ιδιοσυγκρασία! Αν ένα παιδί δεν θέλει και πεισματώσει… τότε την έχετε πατήσει! Θέλει πολλή υπομονή και πείρα για να καταφέρεις να αλλάξει γνώμη ένας πεισματάρης πιτσιρίκος!

ΟΜΙΛΙΑ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η κατάκτηση της ομιλίας είναι μια αρκετά πολύπλοκη δραστηριότητα, η οποία χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Τα παιδιά συνήθως μπαμπαλίζουν στους 8 μήνες, μιλάνε κάποιες λεξούλες στους 15 μήνες και στους 18 μήνες μικρές φρασούλες. Στα 2.5 έτη μιλάνε σχετικά άνετα, με όλο αυξανόμενο λεξιλόγιο.
Ένα παιδί που είχε καθυστέρηση στην κατάκτηση αναπτυξιακών οροσήμων της ομιλίας, ακόμα και αν την παρούσα στιγμή δεν παρουσιάζει πρόβλημα, καλό είναι να του δίδεται ιδιαίτερη προσοχή, εκπαιδευτικά αλλά και ψυχοκοινωνικά.

Η Γλωσσική επικοινωνία χωρίζεται στο Αντιληπτικό μέρος, δηλαδή το τί αντιλαμβάνεται το παιδί από αυτά που του λέμε και στο Εκφραστικό μέρος, δηλαδή τί μας λέει το παιδί. Δεν πρέπει να αναφερόμαστε αποκλειστικά ως ομιλία, ως αναπτυξιακό ορόσημο, αλλά να διαχωρίζουμε εφόσον χρειάζεται για ποιόν τομέα πρόκειται. Αν ένα παιδί πάσχει από βαρηκοΐα, τότε το Αντιληπτικό μέρος της ομιλίας μπορεί να είναι μειωμένο και να νομίζουμε ότι πρόκειται πχ για νοητικό θέμα. Ένα ακουόγραμμα θα βοηθήσει στην διαφοροδιάγνωση.

Ως προς το Εκφραστικό μέρος της Γλωσσικής Επικοινωνίας, τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία για να μπούνε στο Δημοτικό, έχουν κατακτήσει την ομιλία σε ικανοποιητικό βαθμό. Ας πάμε όμως λίγο πιο πίσω. Ένα παιδί, θα πάει σε ένα παιδικό σταθμό πχ στα 3. Το αναμενόμενο, σύμφωνα με τον παρατηρούμενο μέσο όρο είναι να έχει ένα πλούσιο λεξιλόγιο, να έχει κατακτήσει τα βασικά μορφοσυντακτικά στοιχεία του λόγου/ομιλίας, δηλαδή να χρησιμοποιεί σχεδόν σωστά τα ρήματα, άρθρα, αντωνυμίες και μεγάλο αριθμό επιθέτων. Να μπορεί να αντιλαμβάνεται αρκετά γενικούς χρονικούς προσδιορισμούς όπως μέρα, νύχτα κλπ. Να μπορεί να περιγράφει μια βασική δραστηριότητα.

Το Εκφραστικό μέρος της ομιλίας, επηρεάζεται από την πιθανότητα βαρηκοΐα ενός παιδιού, η οποία πιθανόν να αλλοιώνει τον ήχο που προσλαμβάνει και μετέπειτα αποδίδει το παιδί. Επίσης έχει σχέση με την άρθρωση του παιδιού. Ένα παιδί μπορεί να έχει κατακτήσει τη διαδικασία της αντίληψης και έκφρασης, αλλά για διάφορους λόγους να μην μπορεί να αρθρώσει σωστά. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω και πάλι την περίπτωση Δυσπραξίας ομιλίας, όπου μπορεί να υπάρχει πρόβλημα συντονισμού των αρθρωτικών μυών ενώ το παιδί γνωρίζει τί θέλει να πει αλλά δεν μπορεί να το προφέρει με συντονισμένες κινήσεις.

Επίσης μπορεί να υπάρχουν πιο πολύπλοκες περιπτώσεις δυσφασίας αλλά και πιο συχνές περιπτώσεις τραυλισμού, διαταραχής δηλαδή του ρυθμού. Συνήθως οι περιπτώσεις τραυλισμού οφειλόνται σε ψυχολογικό παράγοντα και απαιτούν ήρεμη αντιμετώπιση εκ μέρους των γονέων με την βοήθεια ειδικού για να διαπιστωθεί η αιτία, ψυχολογική ή οργανική, της συμπτωματολογίας και να βοηθηθεί το παιδί να ξεπεράσει την κατάσταση με το μικρότερο δυνατό ψυχοκοινωνικό κόστος.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ:
Αν υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην κατάκτηση των αναπτυξιακών οροσήμων της ομιλίας και αξιολόγηση από ειδικό, καλό είναι να αρχίζει το παιδί λογοθεραπευτικές συνεδρίες από νωρίς, όπως συνηθίζεται στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στις ΗΠΑ. Δεν χρειάζεται ένα παιδί δηλαδή να πάσχει για να κάνει κάποιες λίγες λογοθεραπευτικές συνεδρίες, οι οποίες θα το βοηθήσουν να «πάρει μπρος» αν θέλετε, αλλά μπορεί από 18 μηνών, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις να βοηθήσουμε ως Booster effect – δηλαδή φαίνομενο προώθησης/ώθησης, ούτως ώστε να κερδίσει χρόνο το παιδί. Έχει από πολλού ξεπεραστεί η παλιά άποψη ότι πρέπει να περιμένουμε ωσότου το παιδί να είναι 3.5 ετών με τη συνήθη δικαιολόγια «και ο πατέρας του άργησε, είναι αγοράκι, δεν πειράζει». Το ότι ο πατέρας άργησε να μιλήσει, ναι μεν αξιολογείται, αλλά δεν χρειάζεται να αργήσει και ο γιός να μιλήσει επίσης… Ας μην ξεχνάμε ότι η σημερινή κοινωνία βασίζεται εξαιρετικά στις επικοινωνιακές και ειδικά γλωσσικές – εκφραστικές ικανότητες των ατόμων. Δηλαδή, «αν δεν μιλάς, δεν υπάρχεις» όπως λένε και οι Αγγλοσάξωνες…

Ανησυχούμε όταν η παρατηρούμενη ομιλία δεν έχει μουσικότητα, ηχόχρωμα, ρυθμό ή πρόκειται για μουγκρητά. Μας νοιάζει το παιδί να βγάζει λέξεις, ακόμα και κατά προσέγγιση, δηλαδή ακόμα και αν ο ήχος δεν είναι απόλυτα σωστός αλλά είναι νοηματικά σωστός. Μας νοιάζει το παιδί να αποκτήσει γνωσιακό λεξιλόγιο, το οποίο θα μπορέσει σταδιακά να εκφράσει και σωστά.
Μας απασχολεί ακόμα το παιδί να χρησιμοποιεί την ομιλία όπως αναφέρουμε και στην κοινωνικότητα σε συνδυασμό με εκφράσεις προσώπου, χειρονομίες και κοινωνικές ενάρξεις.

ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ
Στην σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία, το να έχουμε ένα παιδί δίγλωσσο αποτελεί σχεδόν τον κανόνα, ειδικά σε μεγαλουπόλεις ή όποτε ακόμα τα παιδιά αρχίζουν νωρίς την εκμάθηση ξένων γλωσσών.

Οι σύγχρονες μελέτες έχουν αποδείξει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εφόσον το παιδί έχει φυσιολογική νοητική ικανότητα να μάθει νωρίς ξένες γλώσσες ένα παιδί. Μπορεί μάλιστα να μάθει όσες γλώσσες θέλει χωρίς κανένα πρόβλημα και μάλιστα να διαχωρίζει ποιά γλώσσα και σε ποιό άτομο πρέπει να την μιλάει. Αναφερόμαστε σε γνήσιους ή πρώιμα δίγλωσσους όταν μαθαίνουν από την αρχή σαν μητρική μία ξένη γλώσσα, διαφορετική από την γλώσσα της τοπικής κοινωνίας και σε όψιμα δίγλωσσους όσους μαθαίνουν εκ των υστέρων την γλώσσα.

Θεωρείται καλύτερο το παιδί πολυπολιτισμικής οικογένειας, να μιλάει στο σπίτι την γλώσσα της καταγωγής της οικογένειας. Το παιδί μαθαίνει πιο σωστά έτσι την λεκτική έκφραση των συναισθημάτων, μέσω των γονέων. Αυτά θα «μεταφραστούν» στην γλώσσα της κοινωνίας υποδοχής, καθώς το παιδί θα μάθει ούτως ή άλλως να μιλάει την τοπική γλώσσα, συνήθως χωρίς πρόβλημα.

Έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν μεγαλύτερα ψυχοκοινωνικά αλλά και ακαδημαϊκά προβλήματα όταν το παιδί μιλάει μόνο την γλώσσα της κοινωνίας υποδοχής και όχι και την γλώσσα μητρικής καταγωγής.

ΠΡΩΙΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ
Τα παιδιά με δυσλεξία αποτελούν περίπου το 3-7% του πληθυσμού. Δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αυτά δεν θα μάθουν ή δεν μπορούν να διαβάζουν ή να γράφουν. Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί δυσκολίας στη δυσλεξία με ποικίλα αποτελέσματα στην μαθησιακή ικανότητα του παιδιού. Τα στοιχεία αυτά αναλύονται αναλυτικά στο τέλος του οδηγού.

Συνοπτικά πρόκειται για μία διαταραχή της ικανότητας  της αναγνώρισης και εκφώνησης ενός φωνήματος, του μικρότερου τμήματος δηλαδή μίας λέξης.

Η ασφαλής διάγνωση προϋποθέτει την μεταξύ άλλων πιστοποίηση αναγνωστικής ικανότητας μειωμένης κατά δύο έτη και ως εκ τούτου τίθεται με αρκετή ασφάλεια στο τέλος της Β’ Δημοτικού, αρχές Γ’ Δημοτικού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πρώιμα στοιχεία αναγνώρισης και ανησυχίας εκ μέρους των γονέων. Μία πρώιμη ανίχνευση μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αντιμετωπίσει καλύτερα τόσο τις εκπαιδευτικές επιπτώσεις όσο και τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις αυτής της μαθησιακής δυσκολίας.
Σε προσχολικό και σχολικό στάδιο ο ειδικός συστήνεται να ελέγχει την αναγνώριση των σχημάτων (τρίγωνο, τετράγωνο, κύκλο κλπ), καθώς στην ουσία τα γράμματα αποτελούνται από συνδυασμούς βασικών γεωμετρικών σχημάτων.

Θα ελεγχθεί επίσης η συσχέτιση γραμμάτων μεταξύ των και η ανάκληση μνήμης, τόσο λεκτικά με ανάκληση μνήμης λέξεων όσο και ανάκλησης εικόνων και σχημάτων. Σπάνια όμως τονίζουμε υπάρχει πραγματικό πρόβλημα μνήμης στα παιδιά αλλά είναι απότοκο αποτέλεσμα της αδυναμίας αναγνώρισης των σχημάτων/γραμμάτων.
Επίσης η αναγνώριση αντικειμένων και ονοματοδοσία εικόνων είναι επίσης βασικό μέρος της εξέτασης.

Υπάρχουν ειδικά τεστ Πρώιμης Ανίχνευσης Δυσλεξικών Στοιχείων αλλά μία πρώιμη διάγνωση θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη και προϋποθέτει ειδική πείρα και ενασχόληση με τα παιδιά σε μικρή ηλικία. Όλα τα τεστ είναι ενδεικτικά και πρέπει να συνυπολογίζονται με κλινική παρατήρηση.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ;
Καταρχήν να μιλάτε στο παιδί σας!

Κατά δεύτερον, να το περιμένετε να απαντήσει… Πολλές φορές, όταν συζητάμε ή παρατηρούμε τους γονείς, βλέπουμε ότι δεν περιμένουν πραγματικά να μιλήσουν με το παιδί τους. Οι όροι αυτοί αντιστρέφονται στην εφηβεία. Όταν μία οικογένεια δεν έχει μάθει πραγματικά να συν-ομιλεί, όταν το παιδί είναι ακόμα μικρό, τότε έχει χάσει το παιγνίδι ήδη για το μέλλον.

Ρωτάτε το παιδί σας, με γνήσιο ενδιαφέρον, τί έκανε και τί είδε σήμερα. Πάτε πχ μια εκδρομή: Βάλτε το να σας την περιγράψει, με λεπτομέρειες. Ένα παιδί που δεν περιγράφει καλά, πιθανόν να μην εκφράζεται μετέπειτα ούτε στον γραπτό λόγο ικανοποιητικά.

Όσο το παιδί είναι μικρό, 3 πχ ετών και άνω, βάλτε το να σας περιγράφει βασικά αντικείμενα και ζώα. Πχ τί είναι η Γάτα; Ζώο, τί κάνει η γάτα : νιάου. Μπορείτε να το βάλετε να την αναγνωρίζει και σε ένα σχέδιο ή σε ζωντανό παράδειγμα!  Έτσι το παιδί σας έχει μάθει ήδη να ταυτοποιεί ένα αντικείμενο, ζώο κλπ και να γνωρίζει την δράση του.

Μην περιορίζεστε σε μονολεκτικές απαντήσεις αλλά επιμένετε να είναι περιγραφικός και με αρκετές διαρθρωτικές λέξεις όπως μετά, και, επίσης κλπ.

Μετά μπορείτε να περάσετε σταδιακά σε πιο πολύπλοκες σχέσεις, όπως Κατηγορίες αντικειμένων πχ τί είναι το πορτοκάλι, το μήλο, η μπανάνα; Φρούτα. Κατόπιν καλό είναι να περάσετε σε σχέσεις ατόμων, πχ ποιόν λέμε συγγενή,  φίλο κλπ και μετά σε αφηρημένες έννοιες, πχ τί εννοούμε όταν λέμε καλός ή κακός, σε αντίθεση με κάτι «χειροπιαστό» όπως το ζεστό και το κρύο. Επίσης οι χρονικοί προσδιορισμοί είναι καλό να γίνουν σε εκμάθηση, καθώς δυσκολεύουν αρκετά τα παιδιά.
Συστήνουμε συχνά στους γονείς να φτιάχνουν λευκώματα από αποκόμματα εφημερίδων και να σχηματίζουν ομάδες ή κάρτες με τα αντικείμενα και να σχηματίζει το παιδί μικρές ιστορίες αντίστοιχα. Η λογοθεραπεία επίσης είναι πολύτιμη σε γενικότερες καθυστερήσεις ή δυσχέρειες ομιλίας.

Τέλος, παράκληση: Μειώστε την ώρα που περνούν τα παιδιά μπροστά στην τηλεόραση και τον υπολογιστή. Μπορεί να ακούνε κάποιον να μιλάει, αλλά δεν υπάρχει αμφίδρομη σχέση, καθώς δεν χρειάζεται να μιλάνε…

Share Button