Γλωσσική Αγωγή στο Νηπιαγωγείο

Του Ξενίδη Ιωάννη, Νηπιαγωγού

kinderΤο Νηπιαγωγείο αποτελεί μια σημαντική σχολική βαθμίδα για την εκπαίδευση των νηπίων. Αυτή η αντίληψη προέκυψε σταδιακά μέσα από τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης και από την επιστημονική ενασχόληση ψυχολόγων, κοινωνιολόγων ,γλωσσολόγων και παιδαγωγών που βοήθησαν να κατανοήσουμε γενικά για την νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη των νηπίων και πιο ειδικά για την γλωσσική του ανάπτυξη. Υπάρχουν αξιόλογες απόψεις αλλά αυτές δεν αρκούν.

Ζούμε ένα μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εφαρμόσουμε στην πράξη τις καινούριες αντιλήψεις για την γλωσσική ανάπτυξη των νηπίων που εμπεριέχονται στο πρόγραμμα σπουδών που ισχύει από τον Οκτώβριο 2001.
Η οργανωμένη εκπαίδευση επικυρώνει τις αξίες και τις προσδοκίες την κοινωνίας. Η κοινωνική πραγματικότητα επιδρά και επηρεάζει την ιδεολογία του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι επιδράσεις είναι εμφανείς ακόμα και στην ονομασία που έχουν οι βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ο χώρος της προσχολικής αγωγής ονομάζεται Νηπιαγωγείο.

Ετυμολογικά η λέξη νήπιο σημαίνει το παιδί που δεν μιλάει. Αυτό βέβαια δεν ισχύει κυριολεκτικά! Σήμερα τα παιδιά του Νηπιαγωγείου έχουν κατακτήσει ένα μέρος του λεξιλογίου και μπορούν μέσα από την ομιλία να καλύπτουν τις επικοινωνιακές τους ανάγκες. Η ικανότητα των νηπίων να χειρίζονται τον λόγο με τέτοιο τρόπο ώστε να επικοινωνούν, είναι κάτι που επιχειρείται στο χώρο του Νηπιαγωγείου. Τα παιδιά που προέρχονται από ένα φτωχό σε γλωσσικά ερεθίσματα περιβάλλον, λαμβάνουν αγωγή που αντισταθμίζει αυτό το έλλειμμα. Η γλωσσική αγωγή συντελεί στην κοινωνικοποίηση τους και τα βοηθάει να κατανοήσουν τον κόσμο που τα περιβάλλει. Τα νήπια για να εξελιχτούν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις προϋπάρχουσες γνώσεις τους για να οικοδομήσουν τις επόμενες.

Πως όμως μπορούμε να προσδιορίσουμε την έννοια της γλωσσικής γνώσης; Το μόνο σίγουρο είναι πως η γνώση διευρύνεται μέσα από την απόκτηση της γλώσσας. Ο Skinner λέει πως το παιδί μαθαίνει να χρησιμοποιεί την μητρική του γλώσσα μέσα από την απομνημόνευση των λέξεων και των προτάσεων που αναπαράγονται στο περιβάλλον των ενηλίκων. Από την άλλη υπάρχει ο Chomsky που το αρνείται γιατί λέει πως το παιδί παράγει προτάσεις και μορφές λέξεων τις οποίες δεν έχει ξανακούσει. Για αυτόν η γλώσσα είναι ένα σύστημα κανόνων που επιτρέπει την παραγωγή και την κατανόηση άπειρου αριθμού εννοιών και προτάσεων. Το άτομο είναι εφοδιασμένο με έναν μηχανισμό κατάκτησης της γλώσσας ο οποίος επιτρέπει την εσωτερίκευση των δομών της μητρικής γλώσσας μέσα από την ομιλία με τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του. Στην δεκαετία του ’60 η γλωσσική γνώση συμπίπτει με την γνώση των συντακτικών κανόνων της γλώσσας. Κατά την δεκαετία του ΄70 η γλωσσική γνώση ταυτίζεται με την γνώση της σημασίας των λέξεων και των προτάσεων σε σχέση με εξωγλωσσικούς παράγοντες. Τέλος μια τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στην γνώση των επικοινωνιακών κανόνων οι οποίο καθορίζουν και προσδιορίζουν κάθε φορά το εκφώνημα. Η γλωσσική γνώση είναι σήμερα η συνένωση της γλωσσικής με την επικοινωνιακή ικανότητα, η γνώση δηλαδή του συστήματος μιας γλώσσας σε συνάρτηση με τη γνώση για την χρήση του συστήματος στην επικοινωνία. Υπερτονίζεται ο επικοινωνιακός χαρακτήρας της γλώσσας.

Ποιες όμως είναι οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της γλωσσικής γνώσης στα νήπια;
Αυτές οι προϋποθέσεις είναι ψυχολογικές, κοινωνικές και γλωσσικές. Όταν μιλάμε για ψυχολογικές προϋποθέσεις αναφερόμαστε στις νοητικές ικανότητες των νηπίων. Γνωρίζουμε από τα ψυχολογικά δεδομένα της ηλικίας αυτής πως τα νήπια διανύουν το προσυλλογιστικό στάδιο. Σε αυτό αναπτύσσεται η συμβολική ικανότητα, δηλαδή η ικανότητα του μικρού παιδιού να αναπαριστά ένα αντικείμενο ή γεγονός με ένα άλλο αντικείμενο ή γεγονός. Η συμβολική λειτουργία επιτρέπει στο παιδί να ανάγει τα στοιχεία του περιβάλλοντος σε γλωσσικά σημεία. Σύμφωνα με τον Piaget το μικρό παιδί χρησιμοποιεί τον λόγο για να εκφράσει επιθυμίες, ανάγκες και εμπειρίες αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει στους άλλους.

Ο εγωκεντρισμός και η αδυναμία του παιδιού να αντιληφθεί πως δεν είναι το κέντρο του κόσμου, είναι εμφανή και συνοδεύονται από το είδος γλωσσικής παραγωγής που ονομάζεται εγωκεντρικός λόγος. Υπάρχουν τρεις μορφές εγωκεντρικού λόγου: η επανάληψη συλλαβών και ήχων με παιγνιώδη τρόπο, ο μονόλογος όπου το νήπιο μιλάει χωρίς να υπάρχουν γύρω του ακροατές (αρκετές φορές το παρατηρούμε να μιλάει μόνο του και αυτό ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια να εκτονώσει το άγχος του) και τέλος ο συλλογικός μονόλογος κατά τον οποίο το νήπιο συνομιλεί με άλλους αλλά δεν καταβάλλει και ιδιαίτερη προσπάθεια για να γίνει κατανοητό.

Ο Piaget αναφέρει πως με το πέρασμα του χρόνου ο εγωκεντρικός λόγος παρακμάζει και δίνει την θέση του στον κοινωνικοποιημένο λόγο. Μέσα από τον κοινωνικοποιημένο λόγο τα παιδιά ανταλλάσσουν πληροφορίες, σχολιάζουν ένα συγκεκριμένο θέμα, θέτουν ερωτήσεις αλλά και απαντούν στις ερωτήσεις των άλλων. Για τον Piaget η γλώσσα αποτελεί προϊόν της νοητικής ανάπτυξης που σχετίζεται με την ωρίμανση και προκύπτει μέσα από την εξερεύνηση του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

Αντίθετα με τον Piaget, o Ρώσος ψυχολόγος Vygotsky δίνει έμφαση στον πολιτισμό και στην συναναστροφή του παιδιού με τους άλλους. Θεωρεί πως η γλώσσα παίζει σημαντικό ρόλο στην νοητική ανάπτυξη. Είναι ένα πολύτιμο νοητικό εργαλείο για να σκεφτόμαστε αλλά και να κατακτούμε άλλες νοητικές λειτουργίες όπως είναι της μνήμης, της προσοχής, των συναισθημάτων και της επίλυσης προβλημάτων. Μέχρι τα δύο χρόνια η σκέψη και η γλώσσα ακολουθούν ανεξάρτητη πορεία. Από τα δύο με εφτά χρόνια συγχωνεύονται και αναπτύσσονται μαζί. Τότε είναι που εμφανίζεται ο ατομικός λόγος που μαζί με τον κοινωνικό/ δημόσιο αποτελούν τα δύο είδη λόγου κατά τον Vygotsky. Ο Ατομικός λόγος σχετίζεται με την ευκολία ή την δυσκολία των δραστηριοτήτων. Όσο πιο εύκολη παρουσιάζεται μια δραστηριότητα, τόσο μειώνεται η συχνότητα του ατομικού λόγου. Μέσα από αυτό το είδος του λόγου το παιδί επιδιώκει να μεταφέρει τις γνώσεις που έχει αποκτήσει κατά την συνεργασία και συναναστροφή με τους συνομηλίκους ή τους ενηλίκους, σε ένα προσωπικό επίπεδο. Ο ατομικός λόγος δεν χρησιμοποιείται από το παιδί για να επικοινωνήσει με τους άλλους. Καθώς περνούν τα χρόνια μετατρέπεται σε εσωτερικό λόγο και σκέψη. Του Ατομικού λόγου προηγείται ο Δημόσιος/Κοινωνικός λόγος που βοηθάει το παιδί να επικοινωνεί αλλά και να αποκτά αυτοέλεγχο στην συμπεριφορά του. Σε αυτό το στάδιο όπου συνυπάρχουν ο ατομικός με τον κοινωνικό λόγο το παιδί αποκτά ενδιαφέρον για το όνομα του κάθε αντικειμένου και διευρύνεται εντυπωσιακά το λεξιλόγιο του. Χρησιμοποιεί τον λόγο για να απευθυνθεί στον εαυτό του (εσωτερική γλώσσα) αλλά και για να απευθυνθεί στους άλλους (εξωτερική γλώσσα).Μέχρι τα εφτά χρόνια δυσκολεύεται να κάνει την διάκριση. Χρησιμοποιεί τα γλωσσικά σημεία που χρησιμοποιούν τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας αλλά δε διακρίνει απόλυτα τους αποδέκτες του λόγου του. Για τον Vygotsky ο γραπτός λόγος αποτελεί μια ανώτερη μορφή σκέψης που βοηθάει πολύ περισσότερο από τον προφορικό λόγο. Τα παιδιά μεταχειρίζονται τις λέξεις όπως και τα αντικείμενα. Μαθαίνουν να κατονομάζουν αρχικά τα αντικείμενα και αργότερα τα γράμματα. Γράφουν και διαβάζουν με την βοήθεια αντικειμένων και στη συνέχεια κάνουν το ίδιο χωρίς τη χρήση αντικειμένων. Από τα προαναφερόμενα διαπιστώνουμε πως τα νήπια πληρούν τις ψυχολογικές προϋποθέσεις για να ανάγουν τον αντικειμενικό κόσμο σε γλωσσικά σημεία.

Όσον αφορά τις κοινωνικές προϋποθέσεις έχουμε να πούμε πως η επίδραση του βαθμού κατοχής της μητρικής γλώσσας στην σχολική επιτυχία είναι καθοριστική. Ο κοινωνιολόγος BERNSTEIN μελέτησε επί δεκαετίες την σχέση της γλώσσας του οικογενειακού περιβάλλοντος με αυτήν του σχολείου. Το συμπέρασμα ήταν πως τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες με χαμηλό κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο χρησιμοποιούν μια γλώσσα διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποιούν τα παιδιά που προέρχονται από ανώτερο κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο. Την πρώτη γλωσσική μορφή την ονομάζει περιορισμένο κώδικα και την δεύτερη επεξεργασμένο κώδικα. Τα παιδιά με περιορισμένο κώδικα χρησιμοποιούν μια γλώσσα με περιορισμένο λεξιλόγιο και με ελάχιστες αναφορές σε προσωπικά βιώματα. Ο λόγος τους υπάρχει μόνο για την ικανοποίηση των άμεσων πρακτικών αναγκών, πράγμα που δεν τα βοηθάει να τα καταφέρουν στο σχολείο. Το Νηπιαγωγείο καλείται να εξομαλύνει τις διαφορές. Η εξισορρόπηση της γλώσσας που μιλιέται στο σχολείο και της γλώσσας του κοινωνικού περιβάλλοντος είναι απαραίτητη κοινωνική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της γλωσσικής γνώσης.

Τέλος για τις γλωσσικές προϋποθέσεις τo νήπιο έχει κατακτήσει μεγάλο μέρος της φωνολογικής, μορφολογικής και συντακτικής μορφής της γλώσσας. Κατανοεί όλο και πιο πολύ αυτά που ακούει και παράγει περισσότερο λόγο. Τα περισσότερα νήπια έχουν κατακτήσει πλήρως το φωνολογικό σύστημα της νέας ελληνικής. Αποφεύγουν την χρήση της παθητικής φωνής, χρησιμοποιούν πολύ σπάνια ονόματα σε γενική πτώση και δεν χρησιμοποιούν ιδιόκλιτα ουσιαστικά και επίθετα. Κυρίαρχη είναι η εμφάνιση του συμπλεκτικού συνδέσμου ΚΑΙ ενώ περιορισμένη είναι η χρήση αφηρημένων εννοιών και μεταφορών. Γενικά ο προφορικός λόγος ενός εξάχρονου παιδιού, από την άποψη της κατάκτησης των γλωσσικών δομών, δεν διαφέρει και πολύ από των ενηλίκων.

Οι παλιές και νέες αντιλήψεις για την διδασκαλία της γλώσσας παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες. Και οι δύο αντιλήψεις συμφωνούν στην καλλιέργεια του προφορικού λόγου και της φωνολογικής και μορφοσυντακτικής πλευράς της γλώσσας χωρίς να την διακρίνουν από άλλους τομείς της γλωσσικής καλλιέργειας. Επίσης η ανάγκη για κατανόηση της σχέσης του προφορικού με τον γραπτό λόγο είναι κοινή. Άλλο κοινό είναι η ενεργητική συμμετοχή του νηπίου στην οικοδόμηση της γνώσης. Για την αξιολόγηση της γλωσσικής επάρκειας δεν γίνεται λόγος πουθενά. Στις καινούριες αντιλήψεις δίνεται σημασία στην αξία του λάθους.

Η μεθοδολογική αρχή που υιοθετείται στα σχέδια εργασίας είναι η επικοινωνιακή-λειτουργική σύμφωνα με την οποία το νήπιο καλλιεργεί την μητρική του γλώσσα επικοινωνώντας με τους άλλους μέσα σε πραγματικές επικοινωνιακές συνθήκες. Η σύγχρονη θέση της Γλωσσοδιδακτικής είναι αυτή με την οποία ο αποτελεσματικός χρήστης μιας γλώσσας δεν είναι μόνο ο γνώστης του συστήματος της γλώσσας που χρησιμοποιεί αλλά και αυτός που κατέχει την ικανότητα να προσαρμόζει το λόγο του στις απαιτήσεις της εκάστοτε περίστασης επικοινωνίας.
Η Επικοινωνία είναι μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Είναι χρήση και όχι γνώση αλλά είναι και η διαδικασία μέσω της οποίας νοηματοδοτείται ο περιβάλλων κόσμος του ατόμου. Υπερτονίζεται η αξία του επικοινωνιακού χαρακτήρα της γλώσσας. Οι δραστηριότητες ποικίλλουν τόσο προς τους σκοπούς και την δομή όσο και προς τις τεχνικές και τα μέσα που χρησιμοποιούνται.

Στην διάκριση ως προς σκοπούς έχουμε τις δραστηριότητες προφορικού λόγου μέσα από τις οποίες τα νήπια εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο και ικανοποιούν επικοινωνιακές ανάγκες. Επίσης έχουμε τις δραστηριότητες δομής, δηλαδή, εξοικείωση με διαφορετικές γλωσσικές δομές, τις δραστηριότητες ανάγνωσης μέσα από τις οποίες επιχειρείται η εισαγωγή στην αποκωδικοποίηση του γραπτού ελληνικού λόγου, τις δραστηριότητες γραπτής έκφρασης όπου επιχειρείται να παραχθεί γραπτός λόγος που ανήκει σε διάφορα είδη και τέλος έχουμε δραστηριότητες λογοτεχνίας ως είδους λόγου. Από την άποψη των τεχνικών και των μέσων έχουμε δραστηριότητες εικαστικών, κουκλοθέατρο, κινητικές δραστηριότητες, ονοματοδοσία αντικειμένων, μουσικά και ρυθμικά παιχνίδια που βοηθούν στην διεύρυνση του λεξιλογίου αλλά και της κατάκτησης γλωσσικών δομών μέσα σε επικοινωνιακές συνθήκες. Κριτήρια για τον σχεδιασμό δραστηριοτήτων πρέπει να είναι η λειτουργικότητα, η προσαρμοστικότητα, η ευρηματικότητα και ο επικοινωνιακός χαρακτήρας. Ανάλογα με επίπεδο, τα ενδιαφέροντα και τα βιώματα των νηπίων, διατυπώνουμε τις επιδιώξεις και τους στόχους που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε. Ο χρόνος που χρειάζεται ο Νηπιαγωγός για την πραγματοποίηση τους καθορίζεται από τον ίδιο.

Ο προφορικός λόγος και η σκέψη επηρεάζεται από την γραφή. Η συνύπαρξη της γραπτής έκφρασης και του προφορικού λόγου συντελεί στην διαπλοκή τους και δημιουργεί άλλα είδη λόγου. Τα παλιά στοιχεία εξελίσσονται σε συνδυασμό με τα καινούρια. Τα νήπια ζουν στην πραγματικότητα του προφορικού λόγου αλλά προσλαμβάνουν δομές και αντιλήψεις μιας κοινωνίας εγγράμματης. Ο προφορικός λόγος είναι κοινωνικός γιατί επιτρέπει την σύναψη σχέσεων ανάμεσα σε πομπό και δέκτη. Η κατάκτηση του προφορικού λόγου είναι προαπαιτούμενο για την ομαλή κοινωνική ένταξη. Χάρη στην συμβολή του τα νήπια μυούνται στον γραπτό λόγο. Μέσα από οργανωμένες δραστηριότητες ασκούνται σε διηγήσεις, αφηγήσεις και περιγραφές καταστάσεων. Επίσης μαθαίνουν να αιτιολογούν τις συμπεριφορές τους, να επιχειρηματολογούν και να πείθουν. Γενικά εκπαιδεύονται συμμετέχοντας σε συζητήσεις ως ομιλητές ή ακροατές. Οι συζητήσεις που γίνονται θα πρέπει να έχουν δομή και συνοχή.

Ο κλάδος που μελετά την γλώσσα και τον προφορικό λόγο είναι η Γλωσσολογία. Επιμέρους κλάδοι είναι η Φωνολογία και η Φωνητική. Η Φωνητική ασχολείται με τους φθόγγους και η Φωνολογία με τα φωνήματα. Η ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ είναι η ικανότητα των ομιλητών μιας γλώσσας να διαχειρίζονται τα φωνήματα, τους φθόγγους και τα παραγλωσσικά στοιχεία από τα οποία αποτελείται η γλώσσα τους. Η φωνολογική επίγνωση προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση του φωνολογικού συστήματος της γλώσσας που χρησιμοποιεί ο ομιλητής, δηλαδή των φωνημάτων και των διακριτικών τους χαρακτηριστικών που διευκολύνουν την εκμάθηση της γραφής και του γραπτού λόγου. Την φωνολογική επίγνωση την κατακτούν τα παιδιά πριν τα 6.

Η γλώσσα είναι ένα σύνολο ετεροτήτων, αντιθέσεων οι οποίες σχετίζονται μεταξύ τους και αποτελούν ένα οργανωμένο και συστηματοποιημένο δίκτυο με τέτοιο τρόπο που να δίνεται η δυνατότητα στους χρήστες της γλώσσας να προσλαμβάνουν και να προσφέρουν νοήματα ώστε να μπορούν να επικοινωνούν. Το οργανωμένο δίκτυο σχέσεων ονομάζεται δομή. Η εκμάθηση μιας γλώσσας δεν περιορίζεται μόνο στην εκμάθηση των λέξεων και των σημασιών τους αλλά και στη μάθηση της δομής της. Η διδασκαλία της δομής μιας γλώσσας είναι η διδασκαλία της Γραμματικής και του Συντακτικού που αποτελούν την μορφολογική πλευρά της γλώσσας. Με τα χρόνια έγινε μια στροφή προς την επικοινωνιακή πλευρά της γλώσσας. Η Γραμματική και το Συντακτικό περνούν σε δεύτερη μοίρα και μετατρέπονται σε εργαλεία για την κατανόηση και παραγωγή προτάσεων και κειμένων.

Όσοι ασχολούνται με την γλώσσα σκέφτονται πως οι αντιλήψεις που σχετίζονται με την διδασκαλία της δομής είναι κάτι που δεν τους αφορά γιατί συνδέεται με την εκμάθηση του γραπτού λόγου. Τα νήπια δεν έχουν ακόμα αφαιρετικές ικανότητες πράγμα που καθιστά απαγορευτική τη διδασκαλία τους. Μέσα από την διδακτική προσέγγιση επιδιώκουμε την παγίωση των γλωσσικών δομών και την διεύρυνση όσο το επιτρέπουν οι ψυχολογικές, γλωσσικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Οι ειδικοί στόχοι θα είναι η διδασκαλία γλωσσικών δομών με τις οποίες τα νήπια δεν είναι εξοικειωμένα ή χρησιμοποιούν με κάποια δυσκολία. Ο απώτερος στόχος είναι να δημιουργηθούν συνθήκες για την χρήση των διδασκόμενων δομών.

Ο λογοτεχνικός λόγος είναι διαφορετικός από το μη λογοτεχνικό λόγο και απαιτεί διαφορετική προσέγγιση στην διδασκαλία. Για να καταλάβουμε καλύτερα θα πρέπει να εξετάσουμε τη γλώσσα και την λογοτεχνία ως ιστορικά, πολιτιστικά και καλλιτεχνικά προϊόντα. Για να επιτελεσθεί αρχικά η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων ήταν επιβεβλημένη η μετατροπή του άναρθρου λόγου σε έναρθρο. Μοχλός της μετατροπής αυτής ήταν η κατασκευή εργαλείων που ανάγκασε τον άνθρωπο να συμβολοποιήσει με έναρθρο λόγο το αντικείμενο επεξεργασίας των κατασκευαζόμενων εργαλείων (Francois, 1980). Η δημιουργία του μη λογοτεχνικού λόγου προηγείται του λογοτεχνικού. Δεν γεννιούνται ταυτόχρονα και εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες. Τον μη λογοτεχνικό λόγο τον γέννησε η ανάγκη της επικοινωνίας για την επίλυση των καθημερινών αναγκών που αντιμετώπιζε ο πρωτόγονος άνθρωπος. Αυτός ο λόγος σταδιακά εμπλουτίστηκε λεξιλογικά και δομικά ώστε να είναι ικανός να επιτελέσει τις λειτουργίες της λογοτεχνίας. Το παιδί κατακτά πρώτα το μη λογοτεχνικό λόγο για να επικοινωνεί καθημερινά και στην συνέχεια προχωρά στην παραγωγή και κατανόηση του λογοτεχνικού λόγου. Ακόμα η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν αλλά και μέρος των πολιτισμικών προϊόντων που παράγει μια κοινωνία. Η γλώσσα συμμετέχει στην ιδεολογία και τον πολιτισμό και αποτελεί συνεκτικό του στοιχείο. Ως λόγος εκφράζει και διαμορφώνει ιδεολογίες, στάσεις και γενικώς υποκειμενικότητες.

Η Λογοτεχνία σαν είδος λόγου επηρεάζεται από τις επικρατούσες ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Ο δημιουργός της περιορίζεται από το είδος του λόγου και την προθετικότητα του η οποία μορφώνεται και σημασιοδοτείται από τον λόγο του. Η γλώσσα βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την κοινωνία και για να την κατανοήσουμε μαζί με την λογοτεχνία, θα πρέπει να γνωρίζουμε την κοινωνική δομή, την πολιτισμική ατμόσφαιρα, και τις παραγωγικές της δυνατότητες. Ο λογοτεχνικός και μη λογοτεχνικός λόγος γίνονται κατανοητοί κάτω από τους ίδιους όρους αλλά υφίστανται και κάποιες διαφορές όπως στην διαφορετική λειτουργία που επιτελούν, στην διαφορετική προθετικότητα του δημιουργού τους , την σχέση τους με την κοινωνία.

Ο λογοτεχνικός λόγος είναι συμβατός με την κοινωνική πρακτική που τον παράγει. Η κοινωνική πρακτική απαιτεί από αυτόν μεγαλύτερο βαθμό δημιουργικότητας και πολυσημίας. Το μη λογοτεχνικό κείμενο είναι φτωχό σε πολυσημία και αυτό γιατί εξυπηρετεί την ανάγκη της αποτελεσματικής επικοινωνίας στην καθημερινή πρακτική. Η πολυσημία που υπάρχει στο λογοτεχνικό κείμενο δυσχεραίνει την επικοινωνία. Από τα προαναφερόμενα καταλαβαίνουμε πως έχουμε δύο πρακτικές άρα και δύο διαφορετικά είδη λόγου. Τα κριτήρια της δημιουργικότητας και της πολυσημίας καθορίζουν και τις διαφορές του λογοτεχνικού από το μη λογοτεχνικό λόγο. Η γλώσσα και η λογοτεχνία είναι δύο κώδικες επικοινωνίας, κοινωνικά προσδιορισμένοι που έχουν μορφή και περιεχόμενο. Η λογοτεχνία περιέχει κοινά στοιχεία με την τέχνη. Ο λογοτεχνικός λόγος συνθέτει καλλιτεχνικά έργα και αυτή είναι η διαφορά του με τον μη λογοτεχνικό λόγο. Και τα δύο είδη λόγου σχετίζονται με την τέχνη.

Ποια είναι όμως η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον αποδέκτη και στον πομπό; Στο λογοτεχνικό λόγο το βασικό στοιχείο είναι η πρόθεση του δημιουργού για πρόκληση συγκινησιακής φόρτισης. Η σχέση της προθετικότητας με την αποδεκτικότητα είναι χαλαρή, όπως χαλαρή είναι και η επικοινωνιακή σχέση του συγγραφέα λογοτέχνη με τον αναγνώστη. Ο Λογοτεχνικός λόγος προτίθεται να αγγίξει συναισθηματικά τον αποδέκτη ενώ ο μη λογοτεχνικός προτίθεται κυρίως να πληροφορήσει. Ακόμη η σχέση προθετικότητας και αποδεκτότητας στα δύο είδη λόγου είναι διαφορετική. Στο λογοτεχνικό λόγο η λειτουργία με την οποία πραγματώνεται σε επίπεδο μορφής και σημασίας αυτή η διαφορετικότητα είναι η ποιητική (αισθητική) η οποία αφορά το μήνυμα και αναφέρεται όχι μόνο στο περιεχόμενο του αλλά και στην μορφή του. Αυτός ο συνδυασμός αγγίζει το συναισθηματικό κόσμο του αποδέκτη. Στο μη λογοτεχνικό λόγο κυριαρχούν οι άλλες λειτουργίες της γλώσσας (αναφορική, συγκινησιακή, βουλητική, μεταγλωσσική και φατική)ανάλογα με το ιδιαίτερο είδος του λόγου. Αυτές αφορούν είτε τον πομπό, είτε τον δέκτη ,είτε τον κώδικα, είτε το περιεχόμενο και τον αγωγό μέσω του οποίου επιτελείται η επικοινωνία. Η κυριαρχία της ποιητικής λειτουργίας είναι αυτή που κάνει το λογοτεχνικό λόγο το μέσο δια του οποίου το κείμενο γίνεται έργο τέχνης, ενώ η κυριαρχία των άλλων λειτουργιών είναι αυτή που κάνει το μη λογοτεχνικό λόγο ένα έντεχνο αλλά μη καλλιτεχνικό δημιούργημα με σκοπό χρηστικό.

Σκοπός της διδασκαλίας του μη λογοτεχνικού λόγου θα πρέπει να είναι η εξοικείωση των παιδιών με διάφορα είδη χρηστικού, μη λογοτεχνικού λόγου ώστε να είναι ικανά να παράγουν κείμενα σε προφορικό και σε γραπτό λόγο. Το περιεχόμενο του μη λογοτεχνικού θα πρέπει να προέρχεται από τα διάφορα είδη του μη λογοτεχνικού λόγου σε έντυπα και ΜΜΕ. Η διδακτική μεθοδολογία αυτού του είδους λόγου θα πρέπει να είναι επικοινωνιακή. Για τον μη λογοτεχνικό λόγο τα κριτήρια είναι κατά πόσο οι μαθητές προσαρμόζουν τον γραπτό και προφορικό τους λόγο στις εκάστοτε επικοινωνιακές συνθήκες, αλλά και στο κατά πόσο ο λόγος τους είναι αποτελεσματικός. Στην διδασκαλία του λογοτεχνικού ο σκοπός είναι αρχικά η εξοικείωση των παιδιών με αυτό το είδος όχι για να παράγουν λογοτεχνικό λόγο αλλά για να επικοινωνούν με τέτοιου είδους κείμενα. Για την διδασκαλία λογοτεχνικού λόγου δεν χρειάζεται προσχεδιασμός αλλά ένα πλαίσιο προβληματισμού. Ο Νηπιαγωγός γίνεται συνομιλητής που βρίσκεται σε διάλογο με τα κείμενα και προτρέπει ανάλογα για την κατανόηση από πλευράς των παιδιών. Τέτοια κείμενα είναι αφορμές για έκφραση συναισθημάτων, αξιών και απόψεων και για την δημιουργία πρωτότυπων κειμένων. Ο λογοτεχνικός λόγος δεν περιορίζεται στην περιγραφή ενός αντικειμένου ή την πραγμάτευση ενός θέματος αλλά εμπεριέχει και ιστορικές, κοινωνικές, γλωσσικές, επιστημονικές και φιλοσοφικές πληροφορίες. Για το λογοτεχνικό λόγο το κριτήριο είναι κατά πόσο τα παιδιά αισθάνονται αυτόν τον λόγο, αν μπορούν να δημιουργήσουν πρωτότυπα κείμενα και πόση λογοτεχνία έχουν διαβάσει. Υπάρχει ανάγκη για διαφορετική διδακτική προσέγγιση του λογοτεχνικού και μη λογοτεχνικού λόγου. Πρέπει να δίνεται έμφαση στην κατανόηση των μορφολογικών και εννοιολογικών ιδιαιτεροτήτων του λογοτεχνικού λόγου ώστε να αποκτήσουν τα νήπια το γραμματισμό που συνοδεύει τα λογοτεχνικά κείμενα.

Προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αναγνωστικής ικανότητας είναι η ανάπτυξη ψυχοπνευματικών ικανοτήτων. Κλάδοι, όπως Ψυχογλωσσολογία, Νευρογλωσσολογία και Παιδαγωγική ασχολούνται με το αντικείμενο της ανάγνωσης. Αποτελεί μια τεχνική με την οποία το άτομο αποκωδικοποιεί σε ένα πρώτο επίπεδο το γραπτό μήνυμα και μετασχηματίζει τα γραπτά σύμβολα σε ήχους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο γίνεται η κατανόηση αυτού του μηνύματος μέσω της ανεύρεσης του σημασιολογικού του περιεχομένου και της σχέσης των γραπτών συμβόλων με την εξωγλωσσική πραγματικότητα. Η ανάγνωση είναι μια περίπλοκη γνωστική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν γλωσσικές και νοητικές διεργασίες .Θεωρείται μια διαδικασία ενεργού σκέψης για την κατασκευή νοήματος, για την κατανόηση και παραγωγή μηνύματος. Ο Νηπιαγωγός θα πρέπει να βοηθά στην δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την κατάκτηση της αναγνωστικής δεξιότητας. Ακόμα πρέπει να φροντίζει για την μεγαλύτερη σύνδεση του προφορικού με τον γραπτό λόγο.

Ο γραπτός λόγος παράγεται χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία αυτών που επικοινωνούν. Αυτό σημαίνει διαμόρφωση διαφορετικών σχέσεων με αυτούς που χρησιμοποιούν τον προφορικό λόγο. Για τον γραπτό λόγο υπάρχει σχεδιασμός και επεξεργασία. Ένα κείμενο για να θεωρηθεί γραπτός λόγος θα πρέπει να έχει λόγιο λεξιλόγιο, σημεία στίξης και όχι στερεότυπες εκφράσεις του προφορικού λόγου. Ο συγγραφέας θα πρέπει να αποφεύγει παρεκβάσεις, ελλείψεις και επαναλήψεις. Πρέπει να χρησιμοποιεί πλάγιο λόγο, παθητική σύνταξη και δευτερεύουσες προτάσεις. Χρειάζεται να φροντίζει ώστε τα νοήματα να είναι συμπυκνωμένα και η σύνταξη να είναι αυστηρή και προσεγμένη.
Η γραφή είναι μια αυτόνομη, αυθόρμητη δραστηριότητα. Στο Νηπιαγωγείο τα παιδιά ενθαρρύνονται να βιώνουν εμπειρίες γραφής. Γράφουν προτού ακόμα αποκτήσουν την ικανότητα να διαβάζουν. Η γραφή ξεκινάει όχι με πραγματικά γράμματα αλλά με προθέσεις.

Οι τεχνολογικές αλλαγές αλλά και οι πολιτισμικές έχουν δείξει πως το νήπιο πριν την συστηματική εκμάθηση της γραφής έχει ήδη διαμορφωμένες ιδέες για την γραφή. Έννοιες όπως γραμματισμός, ανάδυση γραμματισμού, πολυγραμματισμοί και είδη λόγου θα απασχολούν όλο και πιο πολύ τους Νηπιαγωγούς. Ο Γραμματισμός είναι μια έννοια δύσκολα οριοθετούμενη που στα ελληνικά ταυτίζεται με τον όρο αλφαβητισμός και δείχνει την ικανότητα ελέγχου της ζωής και του περιβάλλοντος μέσα από τον γραπτό λόγο. Η έννοια των πολυγραμματισμών δηλώνει την γλωσσική πολυμορφία και την ποικιλία των μορφών κειμένου Τα παιδιά ζουν σε ένα εγγράμματο περιβάλλον και έχουν διαμορφώσει απόψεις τις οποίες εκμεταλλευόμαστε για να τα βοηθήσουμε να δομήσουν καινούριες γνώσεις . Ο σκοπός της διδασκαλίας θα πρέπει να είναι η σταδιακή εισαγωγή των νηπίων στο γραπτό λόγο ανάλογα με τις προσωπικές τους δυνατότητες και με ιδιαίτερη έμφαση στην απόκτηση δεξιοτήτων γραμματισμού. Οι κειμενικές ενότητες πρέπει να είναι ενότητες με νόημα που να ανήκουν σε διάφορα είδη λόγου. Να δίνονται ευκαιρίες για την ανάδυση γραμματισμού. Ο Νηπιαγωγός να γνωρίζει πως το λάθος δείχνει το επίπεδο γνώσης των νηπίων. Δεν το διορθώνει και δίνει χρονικά περιθώρια στο νήπιο να το κατανοήσει και έτσι από μόνο του να το διορθώσει. Το σχολικό περιβάλλον πρέπει να ευνοεί την ανάπτυξη του γραπτού λόγου και ο Νηπιαγωγός χρειάζεται να δημιουργεί πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας Η προώθηση του εγγραμματισμού των νηπίων είναι πλέον μια αναγκαιότητα σε ένα περιβάλλον που κατακλύζεται από πολυάριθμα ερεθίσματα του γραπτού λόγου.

Ιωάννης Ξενίδης



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Γλωσσική Αγωγή στο Νηπιαγωγείο-Σωφρόνης Χατζησαββίδης, 2002
2) Σύγχρονες τάσεις της Προσχολικής Αγωγής-Έλση Ντολιοπούλου, 2004
3) Εξελικτική Ψυχολογία-Ιωάννης Ν. Παρασκευόπουλος
4) Οδηγός Νηπιαγωγού

Share Button