ΣΕΙΡΑ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: 85-86. Ταξίδι στη Νέα Ζηλανδία και στους Νήσους του Σολομώντα

του Δρ Δημητρίου Κουτάντου – Εκπαιδευτικού, Διδάκτορα Ειδικής Αγωγής

Στις αρχές του 2010 επέστρεψα από την απόσπασή μου στη Βραζιλία και σχεδίαζα μια έκθεση φωτογραφίας για τους αστέγους, αναρωτιόμουν αν αυτή ξένιζε τους επισκέπτες, σήμερα όμως; Η ιστορία της Οικογένειας Skilton αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα όπου ο μακρινός άλλος είναι δίπλα μας. Η γιαγιά μετανάστευσε στη Νέα Ζηλανδία από την Αγγλία, ο γιος της John Skilton πολέμησε στη Μέση Ανατολή, πιάστηκε αιχμάλωτος πολέμου, διέσχισε την Ελλάδα, απέδρασε. Οι γιοι του Clive και Adrian Skilton μας παραχώρησαν και παραθέτουμε τα απομνημονεύματα του πατέρα τους, πλήρη σε νοήματα. Σήμερα εργάζομαι στην περιοχή του Πρέβελη, στο δεύτερο βίντεο μπορείτε να παρακολουθήσετε μουσειακά εκθέματα από την παρουσία των Νεοζηλανδών/Μαορί στη Μάχη της Κρήτης, τον Adrian Skilton να επισκέπτεται τον τάφο μέλους της οικογένειάς του στο Συμμαχικό Κοιμητήριο στα Χανιά και τις μαρτυρίες ηλικιωμένων που βοήθησαν Νεοζηλανδούς να δραπετεύσουν με υποβρύχια από τη Λίμνη του Πρέβελη. Ακόμη, τα Νησιά του Σολομώντα…

85. Ταξίδι στη Νέα Ζηλανδία, η «Γη του Μακριού Λευκού Σύννεφου»!

Συνέντευξη με τον εκπαιδευτικό Clive Skilton

Ο Γιος

Στη φωτογραφία ο Clive Skilton

Στη φωτογραφία ο Clive Skilton

Στην αρχή η Νέα Ζηλανδία κατοικήθηκε από τους ανθρώπους Μαορί περίπου χίλια χρόνια πριν. Δεν είχε γίνει εγκατάσταση δυτικών μέχρι τις αρχές του 1800. Οι προγόνοι μου ήρθαν από το Λονδίνο το 1857, με την ελπίδα να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Η γιαγιά μου γεννήθηκε στο Λάνκαστερ το 1900 και σε ηλικία πέντε ετών μετανάστευσαν στη Νέα Ζηλανδία. Όταν έφτασαν εδώ, όπως πολλοί άλλοι μετανάστες, έλαβαν μια έκταση γης για εκμετάλλευση, αυτή η γη μετά από τέσσερις γενιές ανήκει στην οικογένειά μου. Στο αίμα μου κυλάει και αίμα των Μαορί από τη μεριά του πατέρα μου. Τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει υπάρξει μια μεγαλύτερη κινητικότητα για να ενσωματώσουμε πτυχές του πολιτισμού των Μαορί (μια συλλογική κουλτούρα) στον πολιτισμό των «Pakeha» (λευκοί), ο πολιτισμός των λευκών κυριαρχεί και είναι ουσιαστικά μια ατομικιστική κουλτούρα. Συχνά χαιρετούμε ο ένας τον άλλο στην γλώσσα των Μαορί, και ο χορός χάκα/«haka», ένας πολεμικός χορός, εκτελείται πριν από σημαντικά αθλητικά παιχνίδια, κυρίως στο ράγκμπι (βλ. βίντεο).

Άρχισα να διδάσκω στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 1976. Το 1978 πήγα να εργαστώ στο σχολείο όπου ήμουν μαθητής και έμεινα εκεί μέχρι το 2000, ως καθηγητής της γαλλικής, της αγγλικής και συντονιστής των ξένων γλωσσών. Από τότε ταξιδεύω συχνά στην Κίνα και εργάζομαι με μαθητές και εκπαιδευτικούς που συμμετέχουν στην εκπαιδευτική κοινοπραξία ανάμεσα στα νεοζηλανδέζικα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στα κινέζικα πανεπιστήμια. Μέρος αυτού του προγράμματος περιλαμβάνει την προετοιμασία των Κινέζων μαθητών ώστε να γνωρίσουν τις μεγάλες πολιτισμικές διαφορές που θα συναντήσουν όταν έρχονται για να σπουδάσουν στην Νέα Ζηλανδία. Είναι μεγάλη αλλαγή η μετάβαση από την Σαγκάη των είκοσι εκατομμυρίων στην πόλη μου το Νέλσον (Nelson) των σαράντα χιλιάδων.

Τις τελευταίες δεκαετίες η εκπαίδευση έχει αλλάξει δραματικά. Θυμάμαι όταν ήμουν μαθητής οι μεγαλύτεροι μαθητές φορούσαμε ακόμη κοντά παντελόνια με μακριές κάλτσες και ελέγχαμε στην πρωινή γραμμή αν οι κάλτσες των συμμαθητών μας ήταν αρκετά ψηλά και αν τα μαύρα δερμάτινα παπούτσιά τους ήταν γυαλισμένα.

Σημειώναμε κάποια ονόματα και τα αναφέραμε στη διοίκηση του σχολείου, μετά αυτοί έπρεπε να κάνουν εθελοντικές εργασίες, να καθαρίσουν τα πεζοδρόμια, να κόψουν το χορτάρι στους κήπους, πριν ή μετά το σχολείο. Οι δάσκαλοι μας τιμωρούσαν με ένα καλάμι, μας χτυπούσαν στα οπίσθια, αλλά ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου χρησιμοποιούσε τη ζώνη του. Γυαλίζαμε τα παπούτσια μας και τα σαββατοκύριακα για να πάμε στην εκκλησία. Στο κολλέγιο κάναμε στρατιωτικές ασκήσεις, μας έδιναν στολές και κάναμε παρέλαση, ενώ μια φορά το χρόνο ο στρατός μας μετέφερε με τα τζιπ για βολές. Είχαμε και μια άλλη άσκηση, «αναπαράσταση» μάχης με τραυματίες, ο διευθυντής μας δεν το ήξερε και όταν είδε ένα «τραυματία» σχεδόν λιποθύμησε. Η εκπαίδευσή μας βασίζονταν στο αυστηρό αγγλικό σύστημα, φωνάζαμε τους εκπαιδευτικούς «Sir» και μας φώναζαν με το επίθετο «Skilton». Φορούσαμε κάπελα και όταν περνούσαν τα βγάζαμε, μετά το σχολείο αν σε έβλεπαν στην πόλη κοίταζαν αν ήσουν «σωστά» ντυμένος αλλιώς θα σε ανέφεραν.

Η Νέα Ζηλανδία είναι γεωγραφικά απομονωμένη, όμως οι νέοι άνθρωποι μόλις αποφοιτήσουν ταξιδεύουν στο εξωτερικό για να αποκτήσουν περισσότερες εμπειρίες. Χρησιμοποιούμε τον όρο «Overseas experiences»/εμπειρίες στο εξωτερικό, αυτό αφορά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παραμονής στο εξωτερικό για εργασία ή για διακοπές και θεωρείται ορόσημο στην καριέρα, στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας και στο μισθό μας. Αυτή η εμπειρία αναγνωρίζεται από τα πανεπιστήμια και από τις εταιρείες στις συνεντεύξεις εργασίας. Στο παρελθόν οι επισκέψεις μας κατέληγαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, μας παρείχαν εργασιακά δικαιώματα ενώ μπορούσαμε να συναντήσουμε έναν παππού και μια γιαγιά που είχαν γεννηθεί εκεί. Ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι πολλοί από τους ειδικευμένους και μορφωμένους δεν επέστρεφαν πίσω. Επέλεγαν να παραμείνουν στο εξωτερικό όπου οι μισθοί ήταν καλύτεροι. Αυτό συνέβαλε στη «διαρροή εγκεφάλων». Σήμερα η κυβέρνηση έχει ένα πρόγραμμα ώστε να προσελκύσει αυτούς τους ανθρώπους να επιστρέψουν πίσω.

(«Ταξίδι στη Νέα Ζηλανδία, Βίντεο και Φωτογραφία διάρκειας 13’ λεπτών): ΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΝΗΣΙ, Ακρωτήρι Reinga, Τα δέντρα “Γίγαντες Kauri”, Εθνικό Πάρκο Tongariro, Rotorua “οι Μαορί και οι Ιαματικές πηγές”, ΤΟ ΝΟΤΙΟ ΝΗΣΙ, Ο Παγετώνας Fox, Tο Φιόρδ Μίλφορντ Σάουντ, Φωτογραφίες

Τα τελευταία είκοσι χρόνια η Νέα Ζηλανδία έχει πάψει να βλέπει τον εαυτό της ως μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου, αν και ακόμη είμαστε μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και στη μια πλευρά του νομίσματός μας απεικονίζεται το κεφάλι της βασίλισσας Ελισάβετ! Η Βρετανική Κοινοπολιτεία δημιουργήθηκε στο τέλος της Βρετανικής αποικιοκρατίας, συγκροτείται με την εθελοντική συμμετοχή 54 χωρών με πληθυσμό 2.1 δισεκατομμύρια, έχει στόχο «τη δημοκρατία, την καλή διακυβέρνηση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των φύλων, και μια περισσότερο ισότιμη κατανομή των αγαθών της παγκοσμιοποίησης». Λόγω αυτών των διεθνών συσχετισμών η Νέα Ζηλανδία συμμετείχε ενεργά τόσο στον Πρώτο όσο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στον οποίο πολέμησε ο πατέρας μου (βλ. παρακάτω τα απομνημονεύματα του John Skilton). Το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα ο κύριος εμπορικός εταίρος μας ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο. Σήμερα όμως με στρατηγικό σχεδιασμό συνεργαζόμαστε με την Ασία,  η μεγαλύτερη αγορά μας είναι η Κίνα, έχουμε πολλούς ασιάτες μετανάστες που φτάνουν εδώ.

Το 1980-1981 είχα και εγώ τις εμπειρίες μου στο εξωτερικό/«overseas experiences», έφτασα στο Ηνωμένο Βασίλειο με πλοίο μετά από 35 ημέρες, πήγα σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Στα μέσα της δεκαετίας 1990 δίδαξα για δύο χρόνια στη Σιγκαπούρη, ήταν ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος ζωής. Μετακόμισα από τους νεοζηλανδέζικους χλοοτάπητες, τους κήπους και τους ανοιχτούς χώρους σε ένα πολυώροφο διαμέρισμα στην πιο πυκνοκατοικημένη πόλη-κράτος του κόσμου. Ήταν μια θαυμάσια εμπειρία. Πολλοί Νεοζηλανδοί ζούμε στην ύπαιθρο. Στην πόλη μου το Νέλσον σε απόσταση μιας ώρας περίπου βρίσκονται τρία εθνικά πάρκα. Οι μεγάλες σχολικές μας διακοπές είναι το Δεκέμβριο-Ιανουάριο, και για πολλούς περιλαμβάνουν περιήγηση, πεζοπορία, ψάρεμα, κυνήγι, θαλάσσια σπορ, κλπ. Λέμε ένα αστείο στη Νέα Ζηλανδία ότι «είμαστε πολύ καλοί στα αθλήματα… που καθόμαστε!»: καγιάκ, κωπηλασία, ιππασία, ποδηλασία κ.ά. Προσπαθούμε να διατηρούμε μια δραστήρια ζωή.

Ο τουρισμός αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας μας, πολλοί επισκέπτες έρχονται για να απολαύσουν τη φυσική ομορφιά ή να κάνουν αθλήματα περιπέτειας όπως είναι το σκι, το ράφτινγκ στα ποτάμια και το bungee -jumping! Είμαστε μια μικρή χώρα (λιγότεροι από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι), πιστεύω ότι το μέλλον μας έγκειται στο να γίνουμε η «Ελβετία του Νότου» παρέχοντας εξειδικευμένα προϊόντα υψηλής ποιότητας και αξίας. Αυτή τη στιγμή εξαρτόμαστε από την πώληση των πρωτογενών προϊόντων όπως είναι τα γαλακτοκομικά, τα ψάρια και τα δασικά προϊόντα.

Το ταξίδι είναι πιο εύκολο σήμερα, έχουμε ανθρώπους από πολλούς πολιτισμούς που φτάνουν στη Νέα Ζηλανδία. Ο τρόπος ζωής μας αλλάζει με ταχείς ρυθμούς και το φαγητό μας είναι ένας από αυτούς τους τομείς. Ανακαλύψαμε τις χαρές του καλού καφέ και την κουλτούρα του καφέ την οποία οι νοτιοευρωπαίοι γνωρίζουν εδώ και πολύ καιρό. Στη μικρή μας πόλη έχουμε πολλούς Αφρικανούς, Ευρωπαίους, Ασιάτες, φιλόδοξους Αμερικανούς (fast food), διεθνή κουζίνα και οινοποιεία μοναδικής ποιότητας και εξειδικευμένες ζυθοποιίες.

Η αλλαγή νομίζω είναι αναπόφευκτη στον πολιτισμό και στην εκπαιδευτική τεχνολογία, θα πρέπει να αγκαλιάσουμε τα οφέλη και να αντιμετωπίσουμε τις πιθανές άσχημες πλευρές. Όταν άρχισα να διδάσκω το βοήθημα μου ονομαζόταν «κιμωλία»! Σήμερα διαθέτουμε διαδραστικούς πίνακες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το διαδίκτυο. Ναι, υπάρχουν οφέλη, αλλά το σημαντικότερο είναι η αλληλεπίδραση πρόσωπο με πρόσωπο μέσα στην τάξη. Η τεχνολογία είναι ένα μεγάλο μέσο, αλλά δεν οδηγεί απαραίτητα στη μόρφωση. Στη ζωή μου και στη δουλειά μου αρέσει να βλέπω τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικοί πολιτισμοί νοηματοδοτούν τη διδασκαλία και τη μάθηση και δανείζομαι για το καλύτερο.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η πιστή μετάφραση των γραπτών απομνημονευμάτων του John Skilton – πατέρα των Clive και Adrian Skilton – με τις εμπειρίες του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αυτή την αφήγηση βασίστηκε το βιβλίο του W. Wynne Mason, «Η Επίσημη Ιστορία – Αιχμάλωτοι Πολέμου – Η Νέα Ζηλανδία στο Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο 1939-1945». Το παραθέτουμε ως μια ζωντανή μαρτυρία και οδηγό ηθικών και νοηματοδοτούμενων πράξεων. Ευχαριστούμε την Οικογένεια Skilton για την παραχώρηση. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με το ενσωματωμένο βίντεο στο οποίο παρουσιάζονται ιστορικά τεκμήρια για την παρουσία των Νεοζηλανδών/Μαορί στη Μάχη της Κρήτης (Στρατιωτικό Νεκροταφείο Χρωμοναστηρίου), την επίσκεψη του γιού του Josh Skilton, Αdrian, στον τάφο ενός μέλους της οικογένειάς τους στο Συμμαχικό Νεκροταφείο της Σούδας και τις μαρτυρίες της Αρετής και του Γιάννη Τζαγκαράκη για τον τρόπο με τον οποίο βοήθησαν Νεοζηλανδούς και άλλους συμμάχους να διαφύγουν με υποβρύχια από τη Λίμνη του Πρέβελη στη Μέση Ανατολή.

Ο Πατέρας

«Ορισμένες εμπειρίες πολέμου του 45265 ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ JOHN SAMUEL SKILTON, δεύτερου γιου του Leonard & της Ada Olivia Skilton από το Rockville, Collingwood. Γεννημένος στις 19 Αυγούστου 1915. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Rockville, δευτεροβάθμια εκπαίδευση 3 χρόνια στο Κολλέγιο Nelson 1928-1930».

 

Κοντομαρί Χανίων: Η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων στην κατεχόμενη Ευρώπη, ηλικιωμένος κοιτάζει τους ναζί λίγο πριν από την εκτέλεση (Φωτογραφία Franz-Peter Weixler)

Κοντομαρί Χανίων: Η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων στην κατεχόμενη Ευρώπη, ηλικιωμένος κοιτάζει τους ναζί λίγο πριν από την εκτέλεση (Φωτογραφία Franz-Peter Weixler)

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή Collinwood. Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ζούσα και εργαζόμουν στην κοιλάδα Hutt. Μπήκα στο στρατόπεδο Trentham ως παντρεμένος άντρας στις 19 Μαΐου 1941 και μετά από πέντε μήνες εκπαίδευση περίπου άφησα τη Νέα Ζηλανδία με την 7η Στρατιά. Πλεύσαμε για την Αίγυπτο πάνω στο Aquitania, εκεί είχαμε περισσότερη εκπαίδευση και καθήκοντα σκοπού στο στρατόπεδο Maadi κοντά στο Κάιρο.

Μετά επιλέχτηκα από το 22ο Τάγμα πεζικού. Έπειτα από άλλες σκοπιές στο αεροδρόμιο El Adem (Tobruk) πήγαμε στη Συρία, φρουρούσαμε τις σιδηροδρομικές οδογέφυρες και τα τούνελ. Ενώ μετακινούμασταν στη συριακή έρημο μας διέταξαν να πάμε στη Δυτική Έρημο, όπου τις επόμενες δυο εβδομάδες το τάγμα κατέλαβε διάφορες θέσεις γύρω από την Mersa Matruh. Σκάψαμε πολλά χαρακώματα που βομβαρδίζονταν κάποιες φορές.

Στις 27 Ιουνίου 1942 μια Γερμανική μονάδα είχε κυκλώσει ολοκληρωτικά το τάγμα μας. Τη νύχτα μετά από ένα ρήγμα που έκανε για μας το Τάγμα των Μαορί, φύγαμε με όποιο μεταφορικό μέσο μπορούσαμε ώστε να σπάσουμε τον κλοιό. Κάποιοι πυροβολήθηκαν και πολλοί πάρθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου, αλλά πολλοί άλλοι μαζί και εγώ καταφέραμε και περάσαμε. Μετά από ανασύνταξη, το βράδυ τη 14 Ιουλίου το τάγμα μας πήγε για μάχη στο Ruweisat Ridge, αλλά μέχρι το μεσημέρι περικυκλωθήκαμε από Γερμανικά τανκς και με πήραν αιχμάλωτο. (Μόνο μια ομάδα από εμάς ξέφυγε από τα πλάγια. Οδηγήθηκαν από τον Keith Elliot που αργότερα εκείνη την ημέρα κέρδισε το Σταυρό της Βικτώριας).

Ένας Γερμανός αξιωματικός μας έψαξε και μας ανέκρινε και μας παρέδωσε στους Ιταλούς στρατιώτες, ένας από τους οποίους πήρε το ρολόι και τη φωτογραφική μου μηχανή. (Υποτίθεται ότι δεν είχα φωτογραφική μηχανή, καθώς δεν επιτρεπόταν στη μάχη).  Και ο Λοχίας μας ο Hanton έχασε το ρολόι του αλλά ο Γερμανός αξιωματικός ανάγκασε τον Ιταλό να του το επιστρέψει. Όμως μόλις ο Γερμανός αξιωματικός έφυγε, ο Ιταλός πήρε ξανά το ρολόι, και μαζί το θαυμάσιο παλτό του Λοχία και το μπουκάλι του νερού, έτσι έπρεπε να μοιράζομαι το νερό μου με το Λοχία.

Ακολούθησε μια πορεία περίπου 10 μιλίων πίσω από μια μηχανοκίνητη πομπή με τους περισσότερους από εμάς σχεδόν εξαντλημένους από την απώλεια του ύπνου και την κούραση. Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα, όταν ένας Ιταλός φρουρός με επέλεξε να μεταφέρω ένα κιβώτιο Ιταλικών πυρομαχικών Breda καθώς βρέθηκα στην άκρη της πίσω γραμμής των περίπου 600 αιχμαλώτων. Ήταν μια χαλαρή γραμμή ανά πέντε, έτσι συνέλαβα τη θαυμάσια ιδέα να χωθώ στη μέση και να τραβώ το κιβώτιο. Φυσικά όλοι περνούσαν δίπλα από το κιβώτιο μέχρι που ο τελευταίος άνδρας διατάχτηκε να το σηκώσει και να το μεταφέρει. Μέχρι να το καταλάβω είχα μείνει πάλι στα μετόπισθεν. Διατάχθηκα να μεταφέρω τα πυρομαχικά ξανά αλλά αρνήθηκα ακολουθώντας τις συμβουλές των Αξιωματικών μας, ήταν ενάντια στη Συνθήκη της Γένοβας οι αιχμάλωτοι να μεταφέρουν όπλα ή εφόδια του εχθρού. Ωστόσο, ο φρουρός τράβηξε το περίστροφό του καταπάνω μου και έτσι δεν είχα άλλη επιλογή.

Σταδιακά φτάσαμε με μηχανοκίνητα οχήματα και περάσαμε το πρώτο βράδυ μας στο στρατόπεδο φυλακή El Daba. Από εκεί πήγαμε στο Tobruk και μετά στη Benghazi, και στο δρόμο είδαμε τον Μουσολίνι να επιθεωρεί τους στρατιώτες του. Μετά από ένα μήνα στο στρατόπεδο Benghazi palms, όπου κοιμόμασταν έξω γιατί υπήρχαν τόσοι πολλοί αιχμάλωτοι και όχι αρκετές τέντες, μεταφέρθηκα σε ένα άλλο μέρος στην ανοιχτή έρημο. Οι συνθήκες εκεί ήταν πολύ πρωτόγονες – λίγο φαγητό και νερό και καθόλου άνεση. Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι υπέφεραν από δυσεντερία. Μας έδιναν μόνο ένα ζεστό γεύμα κάθε τρίτη ημέρα, αποτελούμενο κυρίως από νερουλή σούπα με ρύζι ή μακαρόνι. Άλλα γεύματα αποτελούνταν από ένα μικρό καρβέλι ψωμιού από φαρίνα, με ιταλικό αγελαδινό (φημολογούνταν ότι ήταν κρέας αλόγου).

Σταδιακά μας πήγαν στην Ιταλία με πλοίο, κάτω από άθλιες συνθήκες. Υποφέραμε από έλλειψη φαγητού καθώς είχαν αφήσει πίσω τα μπισκότα του στρατού που θα μας έδιναν. Οι περισσότεροι ήταν ξαπλωμένοι στο γυμνό μεταλλικό πάτωμα αλλά εγώ είχα τύχη, δεν ξέρω που, βρήκα μια κουβέρτα και την μοιραζόμουν με κάποιους άλλους.

Είχαμε τόσες κράμπες αλλά έπρεπε να τεντωνόμαστε εκ περιτροπής. Τα αποχωρητήρια ήταν στο κατάστρωμα και μόνο ένας περιορισμένος αριθμός από εμάς επιτρεπόταν να πηγαίνει κάθε φορά. Καθώς όλοι υποφέραμε από δυσεντερία, πρακτικά σήμαινε ότι ξαναπηγαίναμε στην ουρά αμέσως μόλις είχαμε κατέβει κάτω.

Μετά από μια στάση στο λιμάνι του Πειραιά (Ελλάδα) περάσαμε από τον Ισθμό της Κορίνθου στον Τάραντα της Ιταλίας. Από εκεί μας έστειλαν στο διακομιστικό στρατόπεδο Alto Mura, κοντά στο Μπάρι, μετά στο P.G. 57 στο Gruppigrano, κοντά στο Ούντινε. Εκεί συναντήθηκα με παλιούς συμμαθητές από το Rockville τον Jack και τον Don Diamond».

(«Από τη Νέα Ζηλανδία… για τη Μάχη της Κρήτης», Βίντεο Διάρκειας 18’ λεπτών): Στρατιωτικό Μουσείο Χρωμοναστηρίου (Ρέθυμνο) “Μαορί και Νεοζηλανδοί”, Συμμαχικό Νεκροταφείο Σούδας (Χανιά), “Ο Αdrian Skilton επισκέπτεται τον τάφο ενός μέλους της οικογένειάς του”, Λίμνη και Μοναστήρι του Πρέβελη, “Μνήμες της περιοχής”, Μαρτυρίες (Λαμπινή Σπηλίου), “Η Αρετή και ο Γιάννης Τζαγκαράκης θυμούνται…”, “Τι μάθαμε απ’ τον πόλεμο;” (Μουσική Μιχάλης Ανδριτσόπουλος)

«Στις 25 Απριλίου 1943 μεταφέρθηκα στο PG 106/XIX, ένα εργατικό στρατόπεδο στη Βόρεια Ιταλία. Η δουλειά μας ήταν κυρίως στα χωράφια ρυζιού. Υποτίθεται ότι σε ένα στρατόπεδο εργασίας θα λαμβάναμε διπλές μερίδες αλλά ο υπεύθυνος Ιταλός αξιωματικός πουλούσε το ρύζι στην μαύρη αγορά. Υπήρχαν 80 στο στρατόπεδό μας, μισοί Αυστραλοί και μισοί Νεοζηλανδοί, υπήρχαν σημαντικές διαφωνίες, για να μην αναφέρω την αντιπαλότητα του Βόρειου με το Νότιο νησί.

Στην αρχή, είχαμε 80 φτυάρια που σήμαινε ότι όλο το στρατόπεδο δούλευε κάθε μέρα. Σύντομα περιορίσαμε τον αριθμό των χρησιμοποιημένων φτυαριών στα 40 σπάζοντας τα στειλιάρια, και γνωρίζοντας ότι οι Ιταλοί δεν μπορούσαν να τα αντικαταστήσουν. Αυτό σήμαινε ότι μόνο 40 αιχμάλωτοι μπορούσαν να δουλεύουν κάθε φορά, έτσι είχαμε ένα ρεπό κάθε δυο ήμερες.

Υπεύθυνος του στρατοπέδου ήταν ένας Ιταλός Λοχίας που είχε πολεμήσει στη δική μας μεριά στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υποτίθεται ότι θα έπαιρνε αναφορά το βράδυ και το πρωί, αλλά αντί για αυτό μας κλείδωνε το βράδυ μόνο με την καταμέτρηση των αρβύλων μας. Δυο Αυστραλοί διέφυγαν με σαντάλια και δεν αναζητήθηκαν για πέντε ημέρες, καθώς 80 ζευγάρια αρβύλων αφήνονταν έξω κάθε βράδυ. Ωστόσο, πιάστηκαν, ποτέ δεν τους είδαμε ξανά, ο Αξιωματικός Λοχίας επίσης απομακρύνθηκε.

Όταν συνθηκολόγησε η Ιταλία στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 μείναμε στην φυλακή για πολλές ημέρες ώστε να παραδοθούμε στις δικές μας δυνάμεις, αλλά καθώς οι Γερμανοί είχαν άλλες ιδέες αρχίσαμε να σκεφτόμαστε να διαφύγουμε. Ένας Αυστραλός κινήθηκε προς τα Νότια ώστε να βρει τις γραμμές μας αλλά είδε ότι ήταν πολύ επικίνδυνα και αποφάσισε να περιμένει να φτάσουν οι δικές μας δυνάμεις (οι όποιες δεν έφτασαν).  Κανονίσαμε με το αφεντικό (διευθυντή) της φάρμας ρυζιού να δουλεύουμε για να τρώμε αλλά μετά από μερικές ημέρες οι Γερμανοί άρχισαν να χτενίζουν την περιοχή για αιχμαλώτους που είχαν αποδράσει. Αυτό σήμαινε ότι μερικές φορές έπρεπε να κρυβόμαστε σε κάποιο χαντάκι ή κάτω από κάποιο φράχτη. Στο τέλος ήμασταν επικίνδυνοι για το αφεντικό να μας δίνει δουλειά. Έτσι ντυθήκαμε με πολιτικά ρούχα και με ένα υπόγειο δίκτυο προσπαθήσαμε να περάσουμε τα σύνορα προς την Ελβετία.

Μισή ντουζίνα από εμάς πήραμε κάποια ποδήλατα και μέσα στο σκοτάδι της νύχτας κινηθήκαμε προς την κωμόπολη Biella. Μετά που μείναμε το υπόλοιπο βράδυ εκεί, διασχίσαμε ένα μονοπάτι προς την Oropa, ένα μικρό χωριό στην πλαγιά του βουνού με μια καθολική εκκλησία που φαινόταν από χιλιόμετρα. Καθώς πλησιάζαμε στην Oropa είδαμε ένα όχημα με τρεις Γερμανούς στρατιώτες να μπαίνει στο χωριό από το δρόμο, έτσι κρυφτήκαμε μέχρι να κάνουν την περιπολία τους και να φύγουν.

Πάνω από το χωριό υπήρχε ένα θέρετρο του σκι που συνδέονταν με το χωριό με ένα τελεφερίκ, το οποίο λειτουργούσε ο παπάς του χωριού. Αυτό το θέρετρο χρησιμοποιούνταν ως σημείο συγκέντρωσης πρώην αιχμαλώτων προς την Ελβετία, και όταν φτάσαμε εκεί υπήρχαν αρκετοί Βρετανοί και στρατιωτικοί. Ωστόσο, οι Ιταλοί πραγματικά ήταν σε πανικό καθώς στην Oropa υπήρχαν Γερμανοί, και αν και τους είπαμε ότι τους είχαμε δει και ήταν μοναχά τρεις, οι Ιταλοί ήταν τρομοκρατημένοι. Μας απομάκρυναν στους λόφους σε μια συστάδα από καλύβες, μας άφησαν εκεί με λίγο φαγητό και μας είπαν ότι θα ερχόταν σε λίγες ημέρες, καθώς ο καιρός δεν ήταν καλός, ώστε να διασχίσουμε τα σύνορα. Αργότερα εκείνο το βράδυ κάναμε ένα συμβούλιο πολέμου και αποφασίσαμε ότι δεν μπορούσαμε να βασιστούμε σε αυτούς. Κάποιοι επέλεξαν να κατευθυνθούν προς την Ελβετία χωρίς χάρτες και άλλα μέσα (μάθαμε κάποιους μήνες αργότερα ότι βρέθηκαν κάποια πτώματα προς εκείνη την κατεύθυνση).

Πέντε από εμάς αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε ξανά προς τους πρόποδες. Όταν φτάσαμε στο αλπικό θέρετρο, οι Ιταλοί δεν μας κατέβαζαν με το τελεφερίκ και έτσι περπατήσαμε μερικές ώρες ακόμη μέχρι κάτω. Εγκατασταθήκαμε σε μια άδεια παράγκα έξω από ένα χωριό που το ονόμαζαν Eurasia και σύντομα γίναμε γνωστοί με τους κατοίκους και μας παρείχαν λίγο ψωμί, ρύζι και μακαρόνι. Μας τα παρείχαν μαζεύοντας γι’ αυτούς κάστανα και μήλα. Επίσης ένας από εμάς ήταν πολύ καλός στις νυχτερινές επιδρομές στους γειτονικούς κήπους με τις κολοκύθες.

Καθώς η παράγκα μας ήταν σε ένα πολυσύχναστο βουνίσιο μονοπάτι, αποφασίσαμε να μετακινηθούμε λίγο πιο πάνω σε μια άλλη καλύβα ανάμεσα στα δέντρα. Πιο κάτω από εμάς ήταν πέντε Αυστραλοί και συχνά συναντιόμασταν για μια κουβέντα.

Μια μέρα δυο ή τρεις από τους συντρόφους μου μιλούσαν μαζί τους, όταν έφτασαν τρεις άνθρωποι από τη Bielda οι οποίοι είπαν ότι αντιπροσώπευαν έναν οργανισμό που βοηθούσε τους αιχμάλωτους που είχαν αποδράσει. Μας ρώτησαν αν χρειαζόμασταν κάτι και εμείς ανυποψίαστα αγόρια τους δώσαμε μια λίστα, και μας ρώτησαν που μέναμε. Κανονίσαμε να τους συναντήσουμε ξανά στο ίδιο μέρος το Σάββατο ή την Κυριακή. Τους περιμέναμε όλη την ήμερα του Σαββάτου αλλά δεν εμφανίστηκαν και την Κυριακή το πρωί που θα πηγαίναμε ξανά, έφτασε ένα αγόρι από το χωριό και μας είπε ότι οι Γερμανοί είχαν συλλάβει τους Αυστραλούς. Είχαμε μόλις πακετάρει και μπει μέσα στους θάμνους όταν ακούσαμε μια έκρηξη και αυτό ήταν το τέλος της καλύβας των Αυστραλών. Οι άνθρωποι που προσποιούνταν ότι θα μας βοηθούσαν ήθελαν την αμοιβή της επικήρυξή μας για να μας παραδώσουν (όλοι μας είχαμε μια τιμή για το κεφάλι μας).

Οι Αυστραλοί τοποθετηθήκαν σε ένα τρένο για τη Γερμανία αλλά ένας από αυτούς κατάφερε να πηδήξει από το τρένο και σταδιακά έφτασε στην Ελβετία, όπου αργότερα τον συνάντησα και μου είπε την ιστορία τους. Μας είπε ότι οι Γερμανοί τους έπιασαν ξαφνικά και τους έκαναν αιχμάλωτους για άλλη μια φορά. Τους ρώτησαν που έμεναν οι Νεοζηλανδοί  αλλά φυσικά οι Αυστραλοί ποτέ δεν είχαν δει ή ακούσει για Kiwis [παρατσούκλι των Νεοζηλανδών από το ενδημικό πουλί kiwi) στη γειτονιά. Αφού κατασκόπευσαν την περιοχή με κιάλια και δεν είδαν ύποπτες κινήσεις οι Γερμανοί αποφάσισαν να μη μας ψάξουν άλλο.

Αλλά αυτή τη φορά ήταν προφανές έπρεπε να απομακρυνθούμε προς τα βουνά. Σύντομα μετά που συνέλαβαν τους νεαρούς Αυστραλούς, άφησα την αρχική μου ομάδα και πήγα σε τέσσερις άλλες, αλλά καθώς ο καθένας ήταν ο σώζων εαυτόν σωθήτω, σταδιακά έμεινα μόνο εγώ και κάποιος άλλος, ο Stan Barrow από τη Riwaka. Κάποιες φορές συναντούσαμε τους Αντάρτες και μια ή δυο φορές ενωθήκαμε μαζί τους. Ωστόσο, δεν ήταν μια πολύ καλά οργανωμένη μαχόμενη ομάδα σε αυτή την περιοχή, κάποιοι 16-17χρονοι που με αλαζονεία περιφέρονταν με ένα περίστροφο Μπερέτα ή δυο άλλοι που περπατούσαν περήφανα σαν καουμπόηδες αλλά μόλις έβλεπαν τους Γερμανούς κρύβονταν. Πήγαιναν χαμηλά προς τα χωριά να χτυπήσουν έναν γνωστό Φασίστα υποστηριχτή και νόμιζαν ότι έτσι κέρδιζαν μια μεγάλη μάχη.

Ωστόσο, μέσα σε δυο ημέρες ή κάτι τέτοιο οι Γερμανοί χτένιζαν την περιοχή των λόφων ψάχνοντάς τους με σκυλιά και πολυβόλα, και οι Αντάρτες εξαφανιζόταν. Ήταν ασφαλέστερο να μείνουμε μόνοι μας. Βρήκαμε άδειες καλύβες για να μείνουμε ψηλά στους λόφους. Αυτά ήταν τα καλοκαιρινά καταλύματα των αγροτών, στη διάρκεια του χειμώνα ζούσαν στα χωριά στους πρόποδες. Οι παράγκες είχαν από κάτω στάβλους για τα κατσίκια και επάνω βασικούς χώρους διαμονής. Οι περισσότεροι χωρικοί ήταν δυο ώρες πεζοπορία μακριά μας, συχνά με χιόνι, έτσι ήταν απογοητευτικό κάποιες φόρες όταν φτάναμε σε κάποιο χωριό να συναντούμε κάποια Γερμανική περιπολία. Αυτό σήμαινε ότι θα κάναμε το ταξίδι και την επομένη ήμερα.

Σε κάποια χωριά γίναμε αρκετά γνωστοί. Σε ένα, ακόμη μας κούρεψαν στο τοπικό κουρείο, μέχρι που μια μέρα μάθαμε ότι οι Γερμανοί είχαν συλλάβει τον κουρέα (άγνωστη η τύχη του). Έτσι στο τέλος κόβαμε ο ένας τα μαλλιά του άλλου με ένα ψαλιδάκι νυχιών. Όταν χαμηλώναμε σε κάποιο χωριό ακούγαμε κάποιο πολυβόλο ανάμεσα στους Γερμανούς και στους Αντάρτες αλλά ήταν δύσκολο να καταλάβουμε την κατεύθυνση με ακρίβεια εξαιτίας του αντίλαλου. Κάποια άλλη φορά περνούσαμε από τα αποκαΐδια μιας παράγκας όπου είχε γίνει κάποια μάχη μια μέρα πριν ή κάτι τέτοιο. Μια βραδιά ακούσαμε φωνές έξω από την παράγκα μας, βγήκαμε έξω με προσοχή, ανακαλύψαμε ότι ήταν μόνο Ιταλοί που έπιαναν βατράχια από το κοντινό ρυάκι. Αν και ήμασταν πεινασμένοι, δεν φάγαμε ποτέ βατράχια, αλλά κάποια φορά φάγαμε φύλλα πικραλίδων. Προσπαθήσαμε επίσης να βράσουμε σκόρδα, αλλά δεν θα το συνιστούσα!

Μια μέρα μας επισκεφτήκαν δυο αντάρτες που είχαν διαφύγει όταν τους επιτεθήκαν οι Γερμανοί και απομακρύνθηκαν από την ομάδα τους. Μέσα στις επόμενες 24 ώρες, κατέφθασαν μια ντουζίνα ακόμη, ένας ένας ή ανά δυο, απόδειξη του πόσο είχαν διασκορπιστεί. Οι αντάρτες έχασαν μια αγελάδα και κάποιοι πήγαν να την ψάξουν. Επέστρεψαν με την αγελάδα, αλλά καθώς δεν ήξεραν που ήταν ο άνθρωπος που την άρμεγε, έπρεπε να το κάνω εγώ. Κατάφερα να βγάλω μόνο ένα φλιτζάνι καθώς η αγελάδα ουσιαστικά είχε μείνει στεγνή από γάλα.

Μια άλλη φορά καθώς περνούσαμε ένα κλειδωμένο υπόστεγο ακούσαμε μέσα αγελάδες και ετοιμαστήκαμε να το σπάσουμε να μπούμε μέσα για λίγο γάλα, αλλά όταν κοιτάξαμε από μια χαραμάδα είδαμε ότι δεν ήταν αγελάδες που παρήγαγαν γάλα. Επίσης θυμάμαι ένα βράδυ που κοιμηθήκαμε σε ένα υπόστεγο (με την άδεια του ιδιοκτήτη) σε ένα σωρό από ξερά φύλλα με μια αγελάδα δεμένη δίπλα μας.

Μια μέρα είχαμε την επίσκεψη ενός εξαντλημένου από το τρέξιμο αντάρτη που έχασε τους συντρόφους του, και έμεινε το βράδυ. Την επομένη μέρα πήγε να τους βρει, το βράδυ επέστρεψε και πάλι μόνος του, αλλά είχε βρει φαγητό και ένα μπουκάλι Βερμούτ. Τα είχε βρει στο θέρετρο του βουνού. Ο ιδιοκτήτης είχε αφήσει το μέρος ανοιχτό για τους αντάρτες αλλά αυτοί δεν είχαν φτάσει, έτσι την επομένη ήμερα πήγαμε μαζί του να πάρουμε κι άλλο φαγητό. Όταν φτάσαμε οι αντάρτες ήταν εκεί και δεν μας έδιναν καθόλου φαγητό εκτός από κάποια καρβέλια μουχλιασμένου ψωμιού. Τα πήραμε έτσι κι αλλιώς, τα καθαρίσαμε από την περισσότερη μούχλα, τα βρέξαμε και τα ξαναφουρνίσαμε σε μια ανοιχτή φωτιά.

Μια άλλη φορά συνοδεύαμε τρεις Ιταλούς αντάρτες μέχρι ένα θέρετρο στο οποίο τους είχαν κυνηγήσει οι Γερμανοί. Στο δρόμο ξαφνικά οι Ιταλοί έστριψαν στο πλάι σε ένα ανοιχτό χαντάκι. Τους ρωτήσαμε γιατί, και μας είπαν ότι εκεί είχε θαφτεί ένας νεκρός Φασίστας. Πήγαμε πάνω από τον ρηχό τάφο και οι Ιταλοί άρχισαν να τον σκάβουν με τα ραβδιά τους και σύντομα αποκάλυψαν το πίσω μέρος του κεφαλιού του πτώματος καθώς είχε θαφτεί μπρούμυτα. Προσπάθησαν με το ραβδί να αναποδογυρίσουν το κεφάλι αλλά δεν μπορούσαν. Ρώτησα τι προσπαθούσαν να κάνουν και μου είπαν ότι ήθελαν τα τρία χρυσά δόντια που είχε. Καθώς ήταν μια αρκετά φρικτή σκηνή περπάτησα μπροστά και είπα στους Ιταλούς να με ακολουθήσουν, και το έκαναν. Φαίνεται ότι το προηγούμενο βράδυ είχαν κατέβει στο χωριό, έπιασαν το Φασίστα και τον πήγαν στο αρχηγείο τους, πιθανότατα τον ανάγκασαν να σκάψει τον τάφο του, και μετά τον πυροβόλησαν, γέμισαν τον τάφο, και έκρυψαν τα φυσίγγια στο ανάχωμα.

Από εκεί προχωρήσαμε προς το θέρετρο όπου οι αντάρτες είχαν κρύψει πολύ ρύζι και μακαρόνι. Επίσης υπήρχαν λίγα κιβώτια με βίνιο (φθηνό κρασί). Γεμίσαμε τα πακέτα μας με φαγητό αλλά ο Stan κόλλησε στο κρασί. Όταν ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, τον βοήθησα να σηκωθεί με το πακέτο του αλλά τα πόδια του τρέκλιζαν και έπεσε κάτω. Μετέφερα λίγο από το ρύζι στο δικό μου πακέτο και προσπάθησα ξανά, αλλά κάθε φορά  που τον ανασήκωνα στα πόδια του, σωριάζονταν ξανά. Στο τέλος τον άφησα, καθώς οι Ιταλοί επίσης είχαν φύγει. Λίγες ώρες μετά έφτασε και ο Stan αφού πρώτα είχε κοιμηθεί.

Μια φορά συναντήσαμε πέντε Ιταλούς που παρέκαμπταν τους Γερμανούς. Είχαν ένα συμβόλαιο για να κόβουν ξύλα στο βουνό και πήγαμε μαζί τους. Κόβαμε λεπτά δεντράκια και τα στέλναμε κάτω με ένα καλώδιο να στοιβάζονται. Δυο από τους Ιταλούς ήταν αδέρφια από το κοντινό χωριό, και φρόντιζαν για το φαγητό. Πήγαιναν μετά τη δουλειά στο σπίτι τους και επέστρεφαν τη νύχτα ή την επόμενη ημέρα με τις προμήθειες. Ένα βράδυ, το πιο μικρό αγόρι πιάστηκε από τους Γερμανούς ή τους Φασίστες και τον κατέταξαν στο στρατό. Έτσι για άλλη μια φορά έπρεπε να μετακινηθούμε.

Όλα αυτά συνέβησαν στη διάρκεια του χειμώνα του 1944. Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι την άνοιξη για να λιώσει το χιόνι στα περάσματα προς την Ελβετία. Κάθε ημέρα έφερνε τα δικά της προβλήματα. Μια φορά χιονιζόμασταν για τέσσερις ημέρες και το φαγητό μας είχε σχεδόν τελειώσει, όταν ένα ζευγάρι ανταρτών έφτασε στο καταφύγιο μας με χιονοπέδιλα. Άνοιξαν ένα μονοπάτι για εμάς αλλά ακόμη και έτσι το χιόνι έφτανε μέχρι ψηλά στα πόδια μας.

Το Μάιο κατευθυνθήκαμε προς ένα άγνωστο χωριό στην πλαγιά όταν είδαμε ένα αεροπλάνο να κάνει κύκλους τριγύρω. Καθώς ήμασταν σε ένα ανοιχτό μέρος πέφταμε κάτω κάθε φορά που περνούσε από πάνω μας. Φτάνοντας στο χωριό μάθαμε ότι το αεροπλάνο έριχνε φυλλάδια. Ένα μικρό αγόρι είπε ότι είχε πιάσει ένα αλλά καθώς ήταν στα αγγλικά δεν ήξερε να το διαβάσει. Ποτέ δε μάθαμε τι έγραφε το φυλλάδιο αλλά καθώς έριξαν κάποια και στους αντάρτες υπέθεσα το μήνυμα ήταν το ίδιο – «παραδοθείτε εντός μια ορισμένης ημερομηνίας ή δεχτείτε τις συνέπειες αν συλληφθείτε».

Προς το τέλος του Μαΐου το χιόνι είχε αρχίσει να λιώνει και έτσι αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να διασχίσουμε τα σύνορα προς την Ελβετία. Πηγαίναμε προς το πέρασμα Macnguaga, και σταδιακά θα φτάναμε στη Borca, το τελευταίο χωριό κάτω από το πέρασμα και χωριό της Macnguaga. Ο δρόμος οδηγούσε σε αυτές τις εγκαταστάσεις, αλλά πάντα μέναμε εκτός δρόμου και ταξιδεύαμε στα βουνίσια μονοπάτια ή μέσα στο χιόνι.

Ενώ ζητούσαμε φαγητό στα σπίτια στα περίχωρα της Borca άκουσα μηχανές. Κοιτάζοντας προς τα κάτω το δρόμο, είδα ένα Γερμανικό/Φασιστικό μηχανοκίνητο κομβόι να έρχεται προς τα επάνω στην κοιλάδα, οδηγούμενο από ένα Γερμανό μοτοσικλετιστή με βαγόνι με ένα πολυβόλο. Οι γυναίκες με τις οποίες μιλούσαμε τις έπιασε πανικός και προχωρήσαμε μπροστά. Στο επόμενο σπίτι μια γυναίκα, σκέφτηκε ότι ήμασταν Γερμανοί και μας μαγείρεψε ένα γεύμα. Το τρώγαμε όταν ένας πιο ηλικιωμένος μπήκε στο δωμάτιο αλλά όταν κατάλαβε ότι δεν ήμασταν Γερμανοί ήταν η σειρά του να τρομοκρατηθεί, και μας έκανε να βιαστούμε και να φύγουμε από το σπίτι του. Καθώς χρειαζόμασταν φαγητό για να προχωρήσουμε, πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Στο τέλος φτάσαμε σε ένα σπίτι στο οποίο στην πίσω μεριά του ένας άνθρωπος έκοβε ξύλα. Του είπαμε ποιοι είμαστε και τι χρειαζόμαστε, μιλώντας του για λίγο στα Ιταλικά πριν να αρχίσει να μιλάει Αγγλικά. Μας είπε ότι είχε ζήσει για λίγο στο Καναδά σαράντα χρονιά πριν αλλά είχε ξεχάσει τα αγγλικά. Περίμενε μέχρι να σιγουρευτεί μαζί μας μέχρι να αρχίσει να χρησιμοποιεί αυτά που θυμόταν!

Στο τέλος πήγαμε μέσα και είχαμε ένα γεύμα μαζί με τη γυναίκα και τις κόρες του. Προς τα μεσάνυχτα φύγαμε με την πρόθεση να διασχίσουμε το δρόμο και να βρούμε ένα παλιό φορτηγό λαθρεμπορίου. Ωστόσο, οι Γερμανοί είχαν στείλει τρεις ή τέσσερις διμοιρίες σχεδόν 50 μέτρα κατά μήκος του δρόμου, καθένας με ένα φανάρι, έτσι βλέπαμε με ακρίβεια που βρισκόταν. Φαίνεται ότι υπήρχε ένα μόνο μέρος από το οποίο θα μπορούσαμε να διασχίσουμε το δρόμο αλλά αυτό έμοιαζε με μια υψηλή μπλόφα, αποφασίσαμε να περιμένουμε μέχρι το πρωί να δούμε αν θα βρίσκαμε κάποιον τρόπο να ξεφύγουμε από τους φρουρούς. Είχαμε ο καθένας μια κουβέρτα και πήγαμε ψηλά στα βουνά μέσα στα δέντρα για να κοιμηθούμε.

Το πρωί οι κουβέρτες μας ήταν βρεγμένες από τη δροσιά, έτσι τις απλώσαμε σε ένα άνοιγμα με γρασίδι στο δρόμο προς τα βουνά. Ενώ περιμέναμε στο δάσος σχεδιάζοντας την επόμενη κίνησή μας, έφτασαν δυο κορίτσια περίπου στα 20 για να μαζέψουν καυσόξυλα μέσα σε μεγάλα καλάθια που είχαν στις πλάτες τους. Ξαφνιάστηκαν που μας είδαν και είπαν ότι θα επέστρεφαν με λίγο φαγητό. Καθώς έφευγαν κάτω προς το χωριό, είδαν τις κουβέρτες μας, και μια επέστρεψε πίσω αλαφιασμένη να μας πει ότι οι Γερμανοί/Φασίστες ίσως να έρχονταν προς αυτό το μονοπάτι και θα τις έβλεπαν. Αν και οι κουβέρτες ήταν πιο πάνω αποφάσισα να τις μαζέψω. Ενώ τις μάζευα και μιλούσα στα κορίτσια άκουσα να έρχονται βήματα από το μονοπάτι. Όταν κοίταξα πάνω από το φράχτη, είδα ένα αριθμό στρατιωτών με στολές να καταφθάνουν. Ξάπλωσα κάτω και τα κορίτσια πήγαν γρήγορα προς το μονοπάτι όπου απασχόλησαν τους στρατιώτες με κουβεντούλα ακριβώς μπροστά από εμένα.

Μια ώρα περίπου αργότερα έφτασε ένας άντρας από το χωριό με λίγο φαγητό και μας είπε να μείνουμε στο δάσος όλη την ημέρα και θα έρχονταν ξανά όταν νύχτωνε. Έφτασε το βράδυ και μας οδήγησε σε ένα σπίτι στο χωριό ακριβώς κάτω από τις μύτες των Γερμανών. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν ένας Ιταλός λοχαγός που είχε συνθηκολογήσει. Είχε πολεμήσει για τους Βρετανούς στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και αν και δεν μπορούσε να μιλήσει καθόλου Αγγλικά, μας τραγούδησε το παλιό τραγούδι «It’s A Long Way to Tipperary».

Μείναμε στο σπίτι του εκείνο το βράδυ και όλη την επόμενη ημέρα. Μας ζήτησε ένα σημείωμα για τις Βρετανικές Δυνάμεις αν θα έφταναν, να αναφέρει ότι μας είχε βοηθήσει (Αργότερα στη Νέα Ζηλανδία, έλαβα ένα γράμμα από αυτόν και μου έλεγε ότι κάποιος τον είχε αναφέρει, οι Γερμανοί τον συνέλαβαν και τον ανέκριναν για τρεις ημέρες αλλά καθώς δεν μπορούσαν να αποδείξουν τίποτα, τον απελευθέρωσαν).

Φρόντισε δυο νεαροί άντρες να μας οδηγήσουν τη νύχτα από το μονοπάτι στο δρόμο για την Ελβετία. Αφού περπατήσαμε καμιά δυο ώρες οι νεαροί μας είπαν ότι μπορούσαν να πάνε έως εδώ, έτσι τους έδωσα όλα τα χρήματα που είχα (σχεδόν 200 λίρες) και επέστρεψαν στο σπίτι. Πριν να φύγουν μας έδωσαν οδηγίες πως να πάμε στην Ελβετία. Έπρεπε να προχωρήσουμε ευθεία μπροστά μέχρι την κορυφογραμμή, κάτω στην κοιλάδα και πάνω σε μια άλλη κορυφογραμμή, και μετά κάτω στην κοιλάδα για την Ελβετία. Επίσης μας προειδοποίησαν ότι μπροστά μας ήταν μια αλπική καλύβα που είχαν καταλάβει οι Γερμανοί μια-δυο ημέρες πριν. (Σκεφτόμασταν ότι περιμέναμε όλο το χειμώνα να λιώσει το χιόνι, και μετά τους Γερμανούς να μας δέρνουν για ώρες!) Ξεκινήσαμε αλλά καθώς το μονοπάτι ήταν αχνοχαραγμένο και με ζικ ζακ σύντομα στο σκοτάδι το χάσαμε, καθώς γνωρίζαμε ότι έπρεπε να πάμε μπροστά, πηγαίναμε στα τέσσερα, με τα χέρια και τα γόνατα. Πήγαινα μπροστά και έφτασα στην πρώτη κορυφογραμμή, και κοίταζα τον καλύτερο δρόμο προς τα κάτω όταν άκουσα μπαγκ, μπαγκ, μπαγκ. Σκέφτηκα ότι ήταν κάποια κατσίκα που είχε κυλήσει κάποιο βράχο προς τα κάτω, αλλά μετά κατάλαβα ότι ήταν βήματα που όλο και πλησίαζαν. Μόνο μετά συνειδητοποίησα ότι στεκόμουν όρθιος πάνω στην κορυφογραμμή.

Αμέσως κρύφτηκα πίσω από έναν βράχο. Ο Stan ήταν αρκετά πίσω, δεν άκουσε τα βήματα, έτσι του «ούρλιαξα» με ένα μεγάλο ψίθυρο και του πέταξα γεμάτες χούφτες από χαλίκι. Και οι δυο σκύψαμε στην κάλυψη του μεγάλου βράχου τρομάζοντας ακόμη και να αναπνεύσουμε, για αρκετή ώρα. Καθώς απομακρύνθηκα από την κορυφογραμμή τα βήματα έπαυσαν, και η μόνη υπόθεση που μπορώ να κάνω είναι ότι ήταν μια διμοιρία από την αλπική καλύβα που νόμισαν ότι ήμασταν αντάρτες και ότι εκείνοι ήταν λιγότεροι.

Μετά από ώρα βρήκαμε μια διέξοδο μακριά από αυτούς μέχρι που χαμηλώσαμε στο πέρασμα Macnguana, ήταν πολύ ανοιχτό και φρουρούμενο, προχωρήσαμε προσεκτικά σε ένα σημείο ανάμεσα στο πέρασμα και στα βήματα που είχαμε ακούσει. Καθώς είχε φτάσει το ξημέρωμα μπορέσαμε να δούμε την καλύβα και τους Γερμανούς να κινούνται. Αναρριχηθήκαμε στο χιόνι μέχρι να φτάσουμε στην κορυφή. Από εκεί γνωρίζαμε ότι έπρεπε να κατεβούμε την κοιλάδα προς την Ελβετία, αλλά εξαιτίας της πυκνής ομίχλης μπορέσαμε να δούμε μόνο δυο κορυφογραμμές, προχωρήσαμε προς τα κάτω μέσα από το χιόνι και μετά από ώρες, μπήκαμε μέσα σε μια καλύβα, σπάσαμε κάποια έπιπλα για να ανάψουμε μια φωτιά. Τα ρούχα μας στέγνωσαν ενώ κοιμόμασταν.

Όταν ξυπνήσαμε ήταν σκοτάδι και συνεχίσαμε τον ύπνο. Το επόμενο πρωί η ομίχλη είχε καθαρίσει και μπορέσαμε να δούμε ένα χωριό πιο κάτω. Λίγες ώρες ακόμη και φτάσαμε στο χωριό, και ρώτησα τον πρώτο άνθρωπο που είδα αν γνώριζε Ιταλικά. Με κοίταξε σαν να ήμουν ένας τρελός και με ρώτησε στα ιταλικά από πού ερχόμουν. Είπα «από την Ιταλία». Είπε, «είσαι ακόμη στην Ιταλία!»

Δεν μπορούσα να το πιστέψω, και τον ρώτησα που είναι η Ελβετία λοιπόν. Μου έδειξε ψηλά εκεί από όπου είχαμε κατέβει. Είπε ότι το όνομα του χωριού ήταν Mondelli. Φαίνεται ότι είχαμε σκαρφαλώσει τις δυο κορυφογραμμές μέσα από τους Γερμανούς φρουρούς και ακολουθήσαμε ένα καλό μονοπάτι που συνέδεε τα χωριά Borca και Mondelli.

Τον ρωτήσαμε αν μπορούσε να μας βρει λίγο φαγητό και έναν χάρτη. Ήταν λίγο τρομαγμένος, μας είπε να μπούμε κάτω από έναν φράχτη μέχρι να φέρει το φαγητό. Λίγο αργότερα έφτασε με έναν φίλο του και μας έφεραν φαγητό και ένα τοπικό χάρτη. Αποφάσισα να επιστρέψω ακριβώς προς τα πίσω αλλά ο Stan δεν ήθελε. Του είπα ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να με ακολουθήσει καθώς ο καθένας έπαιρνε την απόφασή του που θα πάει και τι θα κάνει. Πριν να τον συναντήσω είχε ακούσει φήμες για τους Γερμανούς ότι περιπολούν τα σύνορα με Αλσατικά σκυλιά, αλλά οι μόνοι Αλσατοί που είδα ήταν αυτοί που συνήθιζαν να ακολουθούν τους φύλακες στη φυλακή του στρατοπέδου στη βραδινή τους περιπολία στα καταλύματα.

Τελικά ο Stan αποφάσισε να έρθει και για μια ακόμη φορά διασχίσαμε το χιόνι. Φαίνετε ότι προηγουμένως όταν είχαμε φτάσει στην κορυφή της κορυφογραμμής, έπρεπε να κινηθούμε περισσότερο προς τα αριστερά και να πάμε σε μια άλλη κοιλάδα, ανεβαίνοντας αυτή τη φορά έπρεπε να στρίψουμε προς τα δεξιά. Είδαμε πατημασιές. Τις ακολουθήσαμε χωρίς να ξέρουμε αν έγιναν από περιπολίες ή από κάποιους άλλους. Μετά από κάποιες ώρες μπορούσαμε να δούμε ένα άνοιγμα αλλά τα βήματα δεν οδηγούσαν προς τα εκεί. Αντίθετα πήγαιναν προς ένα αδιέξοδο αποκλεισμένο από το χιόνι. Ο Stan είπε «δεν μπορείς να πας προς τα εκεί», και θα συμφωνούσα μαζί του, αλλά δεν συμφωνούσαν τα αχνάρια που είχαν πάει προς εκεί και δεν ήταν περίπολος αλλιώς θα είχαν κινηθεί προς το ανοιχτό πέρασμα.

Κινήθηκα λοιπόν προς τα εκεί έχοντας πολύ λίγο περιθώριο στα χέρια και στα πόδια μου. (Προκαλεί αλήθεια έκπληξη πόσα μπορείς να καταφέρεις όταν είσαι αναγκασμένος). Έφτασα στην κορυφή και τα βήματα συνέχιζαν, υπήρχε ακόμη μια ελαφριά κλίση και δεν μπορούσα να διακρίνω την κοιλάδα για να κατέβω. O Stan άρχισε να ανεβαίνει αλλά στη μέση του στενέματος φοβήθηκε και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Κατάφερα να τον απεγκλωβίσω σιγά σιγά αλλά κανείς από τους δυο μας δεν θα ήθελε να επαναλάβει αυτή την άσκηση.

Συνεχίσαμε να ακολουθούμε τα αχνάρια στο χιόνι όταν ακούσαμε έναν πυροβολισμό. Δεν ξέρω από ποιον προήλθε ή για ποιον ήταν αλλά μας βοήθησε να επιταχύνουμε στο δρόμο μας! Τα αχνάρια σταδιακά μας οδήγησαν κάτω στην κοιλάδα και μετά από κάποιες ώρες σε μια συστάδα από κτίρια. Τότε καταλάβαμε ότι είχαμε φτάσει στην Ελβετία γιατί τα κτίρια είχαν διαφορετικό στυλ. Πλυθήκαμε και κοιμηθήκαμε εκεί, και την επόμενη μέρα συνεχίσαμε να κατηφορίζουμε στην κοιλάδα μέχρι που συναντήσαμε ένα ζευγάρι Ελβετών στρατιωτικών που περιπολούσαν. Μας πήραν στις καλύβες τους και μας έδωσαν να φάμε και ένα κρεβάτι.

Από εκεί ταξιδέψαμε προς το Brig όπου φορέσαμε τις στολές του Ερυθρού Σταυρού. Το αρχηγείο του Ερυθρού Σταυρού στην Ελβετία ήταν σε μια μικρή κωμόπολη ονομαζόμενη Wil, εκεί πέρασα τέσσερις μήνες ως καθαριστής πατάτας στην κουζίνα για τους Βρετανούς, αυτούς που είχαν αποδράσει και για λίγο προσωπικό του στρατού. Όταν φτάσαμε στο Wil μας πήραν συνέντευξη από την υπηρεσία πληροφοριών του στρατού για κάθε πιθανή πληροφορία που γνωρίζαμε για τις μετακινήσεις των Γερμανών στρατιωτών, κτλ. Όταν άνοιξαν τα Ελβετό-Γαλλικά σύνορα ταξιδέψαμε από τη Γενεύη στη Μασσαλία με τρένο (τρίτη ή τέταρτη θέση καθώς οι Γερμανοί είχαν πάρει τους περισσότερους συρμούς στη Γερμανία). Άφησα την Ελβετία στις 23 Σεπτέμβριου 1944.

Από τη Μασσαλία πήραμε ένα πλοίο για τη Νάπολη, και κάποιο άλλο για το Σουέζ. Από την Αίγυπτο πήραμε ένα τρίτο πλοίο για τη Βομβάη, μετά ένα τέταρτο για τη Μελβούρνη και τελικά ένα πέμπτο για το Ουέλλιγκτον. Φτάσαμε πίσω στη Νέα Ζηλανδία στις 22 Δεκεμβρίου 1944 – ακριβώς για την γιορτή των Χριστουγέννων.

Αυτές είναι λίγες από τις εμπειρίες μου. Η τύχη έπαιξε ένα μεγάλο μέρος σε αυτές, αλλά ίσως ήταν δυσκολότερο για τους ανθρώπους στο σπίτι μου, καθώς όταν με πήραν «αιχμάλωτο πολέμου» με ανέφεραν ως «αγνοούμενο» με πιθανότητα «αιχμάλωτος πολέμου» και μετά από τρεις μήνες χωρίς σημάδια επικοινωνίας με υπέθεσαν νεκρό. Η γυναίκα μου έπρεπε να συμπληρώσει τις φόρμες για τη σύνταξη της χηρείας, η επιβεβαίωση για την αιχμαλωσία μου ήρθε λίγο πριν λάβει τα χρήματα. Κατά τη διάρκεια των 8½ μηνών που διέφευγα στην Ιταλία, αναφέρθηκα ως «μη μετρήσιμος». Ήμουν ένας από τους τελευταίους 110 Νεοζηλανδούς αιχμαλώτους του πολέμου που έφτασε στην Ελβετία, όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Official History – Prisoners of War – New Zealand in the Second World War 1939-1945» του W. Wynne Mason». [υπογραφή] John S Skilton – Νοέμβριος 1990

86. Ταξίδι στους Νήσους του Σολομώντα, η ζωή πριν από την απομάγευση του κόσμου!

«Βρίσκομαι στα Νησιά του Σολομώντα ως εθελόντρια [Ελληνίδα] γιατρός, δουλεύω σε ένα μικρό νοσοκομείο στο νησί Guadalcanal, το μεγαλύτερο νησί, γύρω στα 30km από την πρωτεύουσα Οριάνα. Υπάρχουν δυο πραγματικότητες, η μια στην πρωτεύουσα που έχει περίπου 70.000 κάτοικους, η άλλη στα υπόλοιπα μέρη στα οποία δεν υπάρχει τίποτα απολύτως, ούτε καν ηλεκτρισμός. Δεν υποφέρουν από υποσιτισμό χάρη στη φύση τους, ακόμα και αν κάποιος δεν έχει καθόλου χρήματα αρκεί να ανέβει σε ένα δέντρο και να μαζέψει φρούτα. Αυτό είναι καλό υποθέτω. Από την άλλη λόγω αυτού ο κόσμος εδώ δεν είναι ακόμα έτοιμος να αναπτυχθεί. Θα μου πείτε τί είναι developing/ανάπτυξη; Και ποιος μπορεί να κρίνει τί είναι καλύτερο για αυτούς τους ανθρώπους; Κανένας…».

(«Ταξίδι στα Νησιά Σολομώντα, Βίντεο διάρκειας 5’ λεπτών): Η πρωτεύουσα Ονιάρα, Από τη μια ακτή ως την άλλη, Το οικοσύστημα, Μέσα στη θάλασσα, Απομεινάρια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου … νοτιοδυτικά του Ειρηνικού ωκεανού

«Σχολεία υπάρχουν, στα χωριά όμως πολλά παιδιά δεν πάνε ποτέ στο σχολείο. Νοσοκομεία δεν υπάρχουν… Έχουν απίστευτα φρούτα, ανανά, μάνγκο, παπάγια, μπανάνες, κόκο. Όταν πρωτοήρθα εδώ ήθελα να ζήσω μόνο με φρούτα. Κατά τα άλλα γλυκοπατάτες, ρύζι, λαχανικά, ψάρι για όποιον ζει κοντά στη θάλασσα. Το κρέας είναι πολυτέλεια και είναι κυρίως κοτόπουλο και χοιρινό στους γάμους και τις γιορτές… Όποιος εδώ μιλάει την ίδια γλώσσα είναι «Wantok»/»One talk»… Όλη η ζωή στα Νησιά του Σολομώντα βασίζεται στο λεγόμενο «Wantok system» το οποίο είναι πολύ ιδιαίτερο. Είναι πολύ παράλογο για τη δική μας νοοτροπία. Ο καθένας έχει τους Wantok του εδώ, οι οποίοι είναι πολλοί, όλη η οικογένεια φυσικά, οι οικογένειες εδώ είναι πολυμελείς, και όλο το χωριό, 200-300 άνθρωποι. Όταν κάποιος Wantok σου «χρειάζεται» κάτι είσαι «υποχρεωμένος» να τον βοηθήσεις, από χρήματα έως φιλοξενία για όσο καιρό τα χρειάζεται. Αν δεν βοηθήσεις θα γυρίσει στο χωριό και θα πει ότι δε βοήθησες και όλο το χωριό θα στραφεί εναντίον σου… Τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είναι ότι ποτέ δε θα σε κοιτάξουν στα μάτια, εκτός μετά από πολλούς μήνες, και δε θα πουν ποτέ όχι. Ακόμα και αν τους ρωτήσεις αν έχουν κάνει κάτι και δεν το έχουν κάνει, θα πουν ότι το έκαναν. Πρέπει να κάνεις τις ερωτήσεις με πολύ συγκεκριμένο τρόπο για να είσαι σίγουρος ότι λένε την αλήθεια. Κατά τα άλλα γελάνε συνέχεια, είναι ιδιαίτερα περίεργοι-φιλοπερίεργοι, μιλάνε σχεδόν για τα πάντα, όλοι ξέρουν τα πάντα. Στα χωριά ζουν μέρα με τη μέρα, καμία ανησυχία για το μέλλον, κανένας στόχος…».

Κράτα το

Κράτα το

Share Button